Выбрать главу

Ο Τόμας την κοίταξε ειρωνικά —πάντα έτσι έκανε όταν του ζητούσε να τακτοποιήσει κάτι ασήμαντο, όμως σπανίως αμφισβητούσε τις διαταγές της— και μετά αγκάλιασε τον Αφέντη Ντίλχαμ μ’ ένα χέρι από τους ώμους και τον ρώτησε με κεφάτο τόνο αν θα μπορούσαν να πιουν παρέα μερικά ποτήρια από το καλύτερο κρασί του πανδοχείου. Ήταν καλός άνθρωπος ο Τόμας, με ικανότητες σε πράγματα που σε ξάφνιαζαν. Ο Ίχβον είχε καθίσει με τη ράχη στον τοίχο και τις μπότες στο τραπέζι. Είχε το ένα μάτι στην εξώπορτα και το άλλο στην Αλάνα. Με ιδιαίτερη προσοχή στην Αλάνα. Της έδειχνε ιδιαίτερη φροντίδα μετά τον θάνατο του Ογουέιν στους Δύο Ποταμούς, που ήταν ο άλλος Πρόμαχός της — και, πολύ συνετά, ήταν πιο επιφυλακτικός για τα νεύρα της, αν κι η Αλάνα συνήθως κατάφερνε να τα συγκρατεί καλύτερα απ’ όσο σήμερα. Η Αλάνα προσωπικά δεν νοιάστηκε να βοηθήσει στο χάλι που είχε προκαλέσει η ίδια. Στεκόταν στη μέση της κοινής αίθουσας, χωρίς να κοιτάζει τίποτα, με τα χέρια σταυρωμένα. Στο βλέμμα κάποιας που δεν ήταν Άες Σεντάι, έμοιαζε με τη γαλήνη προσωποποιημένη. Για τη Βέριν, η Αλάνα ήταν μια γυναίκα έτοιμη να εκραγεί.

Η Βέριν της άγγιξε το μπράτσο. «Πρέπει να μιλήσουμε». Η Αλάνα την κοίταξε με βλέμμα που δεν φανέρωνε τίποτα, και χωρίς άλλη λέξη ξεκίνησε με απαλό βήμα προς την ιδιωτική τραπεζαρία.

Πίσω της η Βέριν άκουσε τον Αφέντη Ντίλχαμ να λέει με τρεμάμενη φωνή, «Ποια είναι η γνώμη σου, να πω ότι ο Αναγεννημένος Δράκοντας ήρθε πελάτης στο πανδοχείο μου; Στο κάτω-κάτω, μπήκε μέσα». Η Άες Σεντάι χαμογέλασε φευγαλέα· αυτός τουλάχιστον θα το ξεπερνούσε μια χαρά. Το χαμόγελό της χάθηκε μόλις έκλεισε την πόρτα, κλείνοντας μέσα στο δωμάτιο τις δυο τους.

Η Αλάνα ήδη έκοβε βόλτες μπρος-πίσω στο δωματιάκι, και το μετάξι της σχιστής φούστας ιππασίας της θρόιζε σαν σπαθιά που ξεθηκαρώνονταν. Τώρα δεν υπήρχε το προσωπείο της γαλήνης. «Το θράσος αυτού του ανθρώπου! Το απίστευτο θράσος του! Ακούς εκεί να μας θέτει υπό περιορισμό! Υπό κράτηση

Η Βέριν έμεινε να την κοιτάζει μερικές στιγμές προτού αποκριθεί. Είχαν χρειαστεί δέκα χρόνια για να ξεπεράσει τον θάνατο του Μπάλινορ και να δεσμεύσει τον Ίχβον. Τα συναισθήματά της ήταν ακόμα σε αναβρασμό από τον θάνατο του Ογουέιν και τα κρατούσε μέσα της καταπιεσμένα πολύ καιρό. Οι περιστασιακές κρίσεις κλάματος που επέτρεπε στον εαυτό της μετά την αναχώρησή τους από τους Δύο Ποταμούς δεν ήταν επαρκής διέξοδος. «Ίσως μπορεί να μας εμποδίσει να μπούμε στην Έσω Πόλη με τους σκοπούς στην πύλη, όμως δεν μπορεί να μας κρατήσει στο Κάεμλυν».

Μια καυστική ματιά ήταν η μόνη απάντηση που άξιζε σ’ αυτό. Θα μπορούσαν να φύγουν σχετικά εύκολα —όσα και αν είχε μάθει μόνος του ο Ραντ, ήταν απίθανο να είχε ανακαλύψει τα ξόρκια φύλαξης— αλλά αυτό σήμαινε ότι θα εγκατέλειπαν τις κοπέλες των Δύο Ποταμών. Καμία Άες Σεντάι δεν είχε βρει τέτοιο θησαυρό σαν αυτόν των Δύο Ποταμών εδώ και... Η Βέριν δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί από πότε. Ίσως από τους Πολέμους των Τρόλοκ. Ακόμα κι οι νεαρές γυναίκες της ηλικίας των δεκαοκτώ ετών —το όριο που είχαν θέσει οι ίδιες— συχνά δυσκολεύονταν να αποδεχθούν τους περιορισμούς της μαθητείας, όμως αν η Βέριν κι η Αλάνα είχαν επεκτείνει το όριο μόνο κατά πέντε χρόνια ακόμη, θα είχαν βρει τις διπλάσιες κοπέλες, ίσως και περισσότερες. Πέντε απ’ αυτές τις κοπέλες —πέντε!— είχαν έμφυτη τη σπίθα, μεταξύ των οποίων η αδελφή του Ματ και η Έλι κι η νεαρή Τζάνασυ· κάποια στιγμή θα διαβίβαζαν, είτε το διδάσκονταν είτε όχι, και θα ήταν πολύ ισχυρές. Κι είχαν αφήσει δύο ακόμα πίσω για να τις συλλέξουν σε κανένα χρόνο, όταν θα ήταν αρκετά μεγάλες για να φύγουν από τα σπίτια τους. Αυτό ήταν αρκετά ασφαλές· μια κοπέλα που είχε έμφυτη την ικανότητα, σπανίως την εκδήλωνε πριν από τα δεκαπέντε χωρίς εκπαίδευση. Οι υπόλοιπες ήταν πολλά υποσχόμενες, όλες τους. Οι Δύο Ποταμοί ήταν μια φλέβα καθαρού χρυσού.

Τώρα που είχε την προσοχή της άλλης, η Βέριν άλλαξε θέμα. Δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να εγκαταλείψει αυτές τις νεαρές. Ούτε να παρατήσει τον Ραντ. «Λες να έχει δίκιο για τις εξεγερθείσες;»