Οι γροθιές της Αλάνα σφίχτηκαν για μια στιγμή στα φουστάνια της. «Η πιθανότητα αυτή με αηδιάζει! Είναι δυνατόν να πέσαμε τόσο...;» Η φωνή της ξεψύχησε· φαινόταν χαμένη. Οι ώμοι της καμπούριασαν. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα, που μετά βίας τα κρατούσε.
Τώρα που ο θυμός της άλλης είχε καταλαγιάσει, η Βέριν είχε να της κάνει ερωτήσεις πριν εκείνη κόρωνε ξανά. «Υπάρχει πιθανότητα να σου πει κι άλλα για την Ταρ Βάλον εκείνη η χασάπισσα, αν τη στριμώξεις;» Η γυναίκα δεν ήταν πληροφοριοδότης της Αλάνα· ήταν μια πράκτορας των Πράσινων και την είχαν ανακαλύψει επειδή η Αλάνα είχε προσέξει κάποιο σήμα έκτακτης ανάγκης έξω από το μαγαζί της. Φυσικά δεν είχε πει στη Βέριν τι ήταν εκείνο το σήμα. Κι η Βέριν από τη μεριά της δεν θα αποκάλυπτε τα σινιάλα των Καφέ.
«Όχι. Δεν ξέρει τίποτα παραπάνω από το μήνυμα που μου έδωσε· ακόμα κι έτσι, το στόμα της είχε στεγνώσει και δύσκολα μπορούσε να αρθρώσει λέξεις. Όλες οι πιστές Άες Σεντάι να επιστρέψουν στον Πύργο. Όλα συγχωρούνται». Αυτό ήταν το ζουμί. Μια λάμψη θυμού φώτισε τα μάτια της Αλάνα, αλλά μόνο για μια στιγμή, κι όχι με την προηγούμενη ένταση. «Αν δεν υπήρχαν αυτές οι φήμες, δεν θα σου έλεγα καν ποια είναι». Από τη μια ήταν αυτό, από την άλλη η αστάθεια των συναισθημάτων της. Τουλάχιστον, είχε σταματήσει να κόβει βόλτες.
«Το ξέρω», είπε η Βέριν ενώ καθόταν στο τραπέζι, «και σέβομαι την εμπιστοσύνη που μου έδειξες. Τώρα. Πρέπει να συμφωνήσεις ότι το μήνυμα επιβεβαιώνει τις φήμες. Ο Πύργος γκρεμίστηκε. Κατά πάσα πιθανότητα, κάπου πρέπει να υπάρχουν εξεγερθείσες. Το ερώτημα είναι, τι κάνουμε εμείς γι’ αυτό;»
Η Αλάνα την κοίταξε σαν να είχε τρελαθεί. Δεν ήταν παράξενο. Η Αίθουσα του Πύργου πρέπει να είχε καθαιρέσει τη Σιουάν, σύμφωνα με τον νόμο του Πύργου. Ακόμα κι ο υπαινιγμός ότι θα στρέφονταν εναντίον του Πύργου ήταν αδιανόητος. Αλλά, βέβαια, αδιανόητο ήταν και το ότι είχε γκρεμιστεί ο Πύργος.
«Αν δεν έχεις έτοιμη απάντηση, σκέψου το. Και σκέψου κάτι ακόμα. Η Σιουάν Σάντσε ήταν εξαρχής αναμεμιγμένη στην ανεύρεση του νεαρού αλ’Θόρ». Η Αλάνα άνοιξε το στόμα —το δίχως άλλο για να ρωτήσει τη Βέριν πώς το ήξερε, κι αν ήταν αναμεμιγμένη κι αυτή- αλλά η Βέριν δεν της έδωσε την ευκαιρία. «Μόνο κάποια αγαθή θα θεωρούσε ότι αυτή η ανάμιξη δεν συντέλεσε στην καθαίρεση της. Δεν υπάρχουν τόσο μεγάλες συμπτώσεις. Σκέψου, λοιπόν, τι γνώμη θα πρέπει να έχει η Ελάιντα για τον Ραντ. Μην ξεχνάς ότι ήταν Κόκκινη. Όσο το σκέφτεσαι, απάντησέ μου σε κάτι. Τι ήθελες να κάνεις, που πήγες και τον δέσμευσες έτσι;»
Η ερώτηση κανονικά δεν θα αιφνιδίαζε την Αλάνα, όμως αυτό συνέβη. Η Άες Σεντάι στην αρχή δίστασε, ύστερα τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε, σιάζοντας τα φουστάνια της πριν απαντήσει. «Ήταν το λογικό που έπρεπε να γίνει, έτσι που στεκόταν μπροστά μας. Θα έπρεπε να είχε γίνει πριν από πολύ καιρό, Εσύ δεν θα μπορούσες να το κάνεις — ή μάλλον δεν θα ήθελες». Όπως κι οι περισσότερες Πράσινες, έβρισκε ως ένα βαθμό αστεία την επιμονή των άλλων Άτζα να έχει κάθε αδελφή μόνο έναν Πρόμαχο. Τι γνώμη είχαν οι Πράσινες για τις αδελφές που δεν είχαν κανέναν, ήταν καλύτερο να μην ειπωθεί. «Θα έπρεπε να έχουν όλοι δεσμευθεί με την πρώτη ευκαιρία. Είναι τόσο σημαντικοί, ώστε δεν μπορούν να τριγυρνούν ελεύθεροι, και περισσότερο απ’ όλους αυτός». Ξαφνικά τα μάγουλά της ρόδισαν· θα αργούσε για να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο των συναισθημάτων της.
Η Βέριν ήξερε το λόγο για το αναψοκοκκίνισμα· η Αλάνα είχε αφήσει το στόμα της απύλωτο. Είχαν τον Πέριν υπό το άγρυπνο βλέμμα τους αρκετές βδομάδες ,ενώ εξέταζαν τις νεαρές γυναίκες στους Δύο Ποταμούς, όμως η Αλάνα γρήγορα είχε σιωπήσει στο θέμα της δέσμευσής του. Ο λόγος ήταν απλός, η διάπυρη υπόσχεση της Φάιλε —που της την είχε δώσει όταν ο Πέριν δεν άκουγε— ότι αν η Αλάνα έκανε τέτοιο πράγμα, δεν θα έβγαινε ζωντανή από τους Δύο Ποταμούς. Αν η Φάιλε ήξερε περισσότερα για τον δεσμό μεταξύ Άες Σεντάι και Γκαϊντίν, αυτή η απειλή δεν θα είχε αποτέλεσμα, αλλά την Αλάνα την είχε σταματήσει αυτή ακριβώς η άγνοια κι όχι τίποτα άλλο. Πιθανότατα, έφταιγε η σύγχυση που ένιωθε γι’ αυτό, σε συνδυασμό με τα χαραγμένα νεύρα της, κι αυτός ήταν ο λόγος που είχε κάνει στον Ραντ αυτό που είχε κάνει. Όχι μόνο που τον είχε δεσμεύσει, αλλά που το είχε κάνει δίχως την άδειά του. Αυτό δεν είχε συμβεί εδώ κι εκατοντάδες χρόνια.
Στο κάτω-κάτω, σκέφτηκε ξερά η Βέριν, έχω παραβιάσει κι εγώ μερικά έθιμα στη ζωή μου. «Λογικό;» είπε, χαμογελώντας για να τσούξουν λιγότερο τα λόγια της. «Μιλάς σαν Λευκή. Τέλος πάντων. Τώρα που τον έχεις, τι θα τον κάνεις; Δεδομένου το μαθήματος που μας έδωσε. Μου θυμίζει ένα παραμύθι που είχα ακούσει μπροστά στο τζάκι όταν ήμουν κοριτσόπουλο, για μια γυναίκα που είχε βάλει σέλα και χάμουρα σ’ ένα λιοντάρι. Ήταν ωραία κι υπέροχη η βόλτα, αλλά μετά ανακάλυψε ότι δεν θα μπορούσε να ξεπεζέψει και δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί ποτέ».