Выбрать главу

Ριγώντας, η Αλάνα έτριψε τα μπράτσα της. «Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι τόσο δυνατός. Μακάρι να είχαμε συνδεθεί νωρίτερα. Και δοκίμασα... Απέτυχα... Είναι τόσο δυνατός!»

Κι η ίδια η Βέριν παραλίγο θα ριγούσε. Δεν μπορούσαν να έχουν συνδεθεί νωρίτερα, εκτός αν η Αλάνα εννοούσε ότι έπρεπε να είχαν συνδεθεί προτού τον δεσμεύσει. Η Βέριν δεν ήξερε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν το είχαν κάνει. Εν πάση περιπτώσει, ήταν μια αλληλουχία δυσάρεστων στιγμών, από την ανακάλυψη ότι δεν μπορούσαν να τον μπλοκάρουν από την Αληθινή Πηγή ως την περιφρονητική άνεση με την οποία τις είχε θωρακίσει, κόβοντας σαν κλωστή τις συνδέσεις τους με το σαϊντάρ. Και των δύο ταυτοχρόνως. Αξιοσημείωτο. Πόσες αδελφές θα χρειάζονταν για να τον θωρακίσουν και να τον κρατήσουν; Κι οι δεκατρείς; Διατηρούσαν τον αριθμό μόνο για λόγους παράδοσης, αλλά για τον Ραντ ίσως να χρειάζονταν όλες. Πάντως, αυτές ήταν εικασίες για κάποια άλλη φορά. «Υπάρχει επίσης το θέμα της αμνηστίας του».

Η Αλάνα την κοίταξε με διάπλατα τα μάτια. «Δεν φαντάζομαι να το πιστεύεις! Με κάθε ψεύτικο Δράκοντα ακούγονταν φήμες ότι συγκεντρώνει άνδρες που μπορούν να διαβιβάσουν, φήμες που ήταν ψεύτικες κι αυτές. Ήθελαν εξουσία για τον εαυτό τους, όχι να τη μοιραστούν με άλλους».

«Δεν είναι ψεύτικος Δράκοντας», είπε ήσυχα η Βέριν, «κι αυτό ίσως αλλάζει τα πάντα. Αν μια φήμη είναι αληθινή, τότε μπορεί να είναι αληθινή και μια άλλη, κι η αμνηστία ήταν στα στόματα όλων μετά την Ασπρογέφυρα».

«Κι έτσι να είναι, ίσως δεν έχει έρθει κανείς. Κανείς αξιοπρεπής άνθρωπος δεν θέλει να διαβιβάζει. Αν δεν ήταν μόνο μια χούφτα αυτοί που το ήθελαν, κάθε βδομάδα θα είχαμε άλλον έναν ψεύτικο Δράκοντα».

«Είναι τα’βίρεν, Αλάνα. Τραβά κοντά του ό,τι του χρειάζεται».

Η Αλάνα ανοιγόκλεισε το στόμα, και τα χέρια της είχαν σχηματίσει ασπρισμένες γροθιές στο τραπέζι. Κάθε ίχνος της γαλήνης των Άες Σεντάι είχε χαθεί και φαινόταν καθαρά το τρέμουλο της. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε... Ανδρες να διαβιβάζουν, ελεύθεροι να τριγυρνούν στον κόσμο; Αν είναι αλήθεια, πρέπει να το σταματήσουμε. Πρέπει!» Ήταν έτοιμη να πεταχτεί ξανά όρθια, και τα μάτια της άστραφταν.

«Πριν αποφασίσουμε τι θα κάνουμε γι’ αυτούς», είπε η Βέριν γαλήνια, «πρέπει να μάθουμε που τους κρατά. Το Βασιλικό Παλάτι είναι ένα πιθανό μέρος, αλλά ίσως δυσκολευτούμε να το ανακαλύψουμε, τώρα που η Έσω Πόλη μάς είναι απαγορευμένη. Να τι προτείνω...» Η Αλάνα έσκυψε μπροστά με προσοχή.

Είχαν πολλά πράγματα να κάνουν, αν και για τα περισσότερα η ώρα θα ερχόταν αργότερα. Υπήρχαν πολλές ερωτήσεις που έπρεπε να απαντηθούν, αργότερα. Άραγε, ήταν νεκρή η Μουαραίν, κι αν ναι, πώς είχε πεθάνει; Υπήρχαν εξεγερθείσες, και ποια θα έπρεπε να είναι η στάση της Βέριν και της Αλάνα απέναντί τους; Θα έπρεπε να προσπαθήσουν να παραδώσουν τον Ραντ στην Ελάιντα, ή μήπως στις εξεγερθείσες; Πού βρίσκονταν; Αυτό το στοιχείο θα ήταν πολύτιμο, όποια απάντηση κι αν έδιναν στις άλλες ερωτήσεις. Πώς μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το τόσο εύθραυστο λουρί που είχε περάσει η Αλάνα στον Ραντ; Μήπως θα έπρεπε κάποια από τις δύο να προσπαθήσει να πάρει τη θέση της Μουαραίν ή ίσως κι οι δύο; Για πρώτη φορά από τότε που η Αλάνα είχε αφήσει τα συναισθήματά της για τον Ογουέιν να πλησιάσουν την επιφάνεια, η Βέριν χαιρόταν που η άλλη τα συγκρατούσε τόσον καιρό, ώστε να γίνουν τόσο εκρηκτικά. Η Αλάνα, στην ταραγμένη κατάσταση που βρισκόταν, θα ήταν πιο ευεπηρέαστη στην καθοδήγηση της Βέριν, κι η Βέριν ήξερε πώς ακριβώς έπρεπε να απαντηθούν μερικές απ’ αυτές τις ερωτήσεις. Κάποιες απαντήσεις δεν θα άρεσαν καθόλου στην Αλάνα. Καλύτερα, λοιπόν, να μη τις μάθαινε, παρά μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά για να αλλάξουν.

Ο Ραντ γυρνούσε καλπάζοντας με το άτι του στο Παλάτι, ξεφεύγοντας σιγά-σιγά ακόμα κι από τους Αελίτες που έτρεχαν, αγνοώντας τις κραυγές τους, όπως αγνοούσε τις γροθιές τις οποίες ανέμιζαν οι άνθρωποι που πηδούσαν για να ανοίξουν δρόμο στον Τζήντ’εν, όπως και τις αναποδογυρισμένες σέντιες και τις πολυτελείς άμαξες που είχαν μπλέξει τις ρόδες τους με τα κάρα στον διάβα του. Ο Μπασίρε κι οι Σαλδαίοι με δυσκολία τον πρόφταιναν καβάλα στα άλογά τους, που ήταν μικρότερα από το δικό του. Ο Ραντ δεν ήξερε γιατί είχε τόση σπουδή —τα νέα που μετέφερε δεν ήταν τόσο επείγοντα- αλλά καθώς το τρέμουλο χανόταν από τα χέρια και τα πόδια του, συνειδητοποιούσε ολοένα και πιο πολύ ότι ακόμα αντιλαμβανόταν την Αλάνα. Την ένιωθε. Ήταν λες κι η Άες Σεντάι είχε χωθεί στο κεφάλι του κι είχε φωλιάσει εκεί. Αν αυτός την ένιωθε, μήπως τον ένιωθε κι εκείνη με τον ίδιο τρόπο; Τι άλλο μπορούσε να κάνει η Αλάνα; Τι άλλο; Έπρεπε να φύγει από κοντά της.