Выбрать главу

Υπεροψία, κάγχασε ο Λουζ Θέριν, κι αυτή τη φορά ο Ραντ δεν προσπάθησε να πνίξει τη φωνή.

Είχε άλλο προορισμό κατά νου κι όχι το Παλάτι, όμως το Ταξίδεμα προϋπέθετε να ξέρεις το μέρος απ’ όπου έφευγες καλύτερα κι από το μέρος όπου πήγαινες. Στον Νότιο Στάβλο πέταξε τα χαλινάρια σε έναν ιπποκόμο με δερμάτινο γιλέκο κι έτρεξε, με τα μακριά πόδια του να τον πηγαίνουν μπροστά από τους Σαλδαίους, σε διαδρόμους όπου οι υπηρέτες τον κοίταζαν χάσκοντας, παγωμένοι στις υποκλίσεις και τις γονυκλισίες τους, καθώς αυτός προσπερνούσε γοργά. Στη Μεγάλη Αίθουσα άδραξε το σαϊντίν, άνοιξε την τρύπα στον αέρα και χίμηξε στο ξέφωτο δίπλα στο αγρόκτημα, αφήνοντας την Πηγή.

Έβγαλε μια μακρόσυρτη ανάσα, έπεσε στα γόνατα ανάμεσα στα ξερά φύλλα. Η ζέστη ήταν σαν να τον σφυροκοπούσε κάτω από τα γυμνά κλαριά· είχε χάσει την αναγκαία αυτοσυγκέντρωση εδώ και ώρα. Ακόμα την ένιωθε, όμως εδώ ήταν πιο αμυδρή — αν μπορούσες να πεις ότι ήταν αμυδρή η βεβαιότητα πως η Αλάνα ήταν προς εκείνη την κατεύθυνση. Μπορούσε να δείξει εκεί με τα μάτια του κλεισμένα.

Για μια στιγμή ξανάπιασε το σαϊντίν, εκείνη την έκρηξη φωτιάς και πάγου και ξινής γλίτσας. Είχε ένα σπαθί στα χέρια, ένα σπαθί φτιαγμένο από φωτιά, από Φωτιά, μ’ έναν σκούρο ερωδιό στην ελαφρώς κυρτή κόκκινη λεπίδα, μολονότι δεν θυμόταν αν το είχε σκεφτεί. Φωτιά μπορεί να ήταν, όμως ένιωθε δροσερή και σταθερή τη μακριά λαβή στις παλάμες του. Το Κενό δεν άλλαζε τίποτα, η Δύναμη δεν άλλαζε τίποτα. Η Αλάνα ήταν ακόμα εκεί, κουλουριασμένη σε μια γωνιά του μυαλού του, παρακολουθώντας τον.

Μ’ ένα πικρό γέλιο ξανάφησε τη Δύναμη και γονάτισε εκεί. Ένιωθε τόση σιγουριά πριν. Μόνο δυο Άες Σεντάι ήταν. Φυσικά και μπορούσε να τις αντιμετωπίσει· είχε αντιμετωπίσει την Εγκουέν και την Ηλαίην μαζί. Τι μπορούσαν να του κάνουν; Συνειδητοποίησε ότι ακόμα γελούσε. Του φαινόταν ότι δεν μπορούσε να σταματήσει. Τελικά, ήταν αστείο. Η ανόητη η υπεροψία του. Η υπέρμετρη αυτοπεποίθηση. Τον είχε ξαναβάλει σε μπελάδες, όχι μόνο αυτόν. Ήταν τόσο σίγουρος ότι ο ίδιος κι οι Εκατό Σύντροφοι μπορούσαν να σφραγίσουν με ασφάλεια το Πηγάδι...

Τα φύλλα έτριξαν, καθώς ανάγκαζε τον εαυτό του να σηκωθεί. «Δεν ήμουν εγώ αυτός!» είπε βραχνά. «Βγες από το κεφάλι μου! Όλοι σας, βγείτε από το κεφάλι μου!» Η φωνή του Λουζ Θέριν μουρμούριζε ακατάληπτα, απόμακρα. Η Αλάνα περίμενε σιωπηλά, υπομονετικά, στο βάθος του μυαλού του. Η φωνή έμοιαζε να τη φοβάται.

Ο Ραντ τίναξε τα φύλλα από το παντελόνι του με μια συνειδητή κίνηση. Δεν θα παραδινόταν σ’ αυτό το πράγμα. Μην εμπιστεύεσαι καμία Άες Σεντάι· από δω και πέρα θα το θυμόταν. Ο άνθρωπος που δεν έχει εμπιστοσύνη είναι σαν νεκρός. Ο Λουζ Θέριν χαχάνισε. Δεν θα παραδινόταν.

Τίποτα δεν είχε αλλάξει στο αγρόκτημα. Τίποτα και τα πάντα. Η αγροικία κι ο στάβλος ήταν ίδια, όπως οι κότες και τα κατσίκια κι οι αγελάδες. Η Σόρα Γκρέηντυ κοίταζε την άφιξή του από ένα παράθυρο, με πρόσωπο ανέκφραστο και ψυχρό. Τώρα ήταν η μόνη γυναίκα που είχε μείνει· οι άλλες, σύζυγοι κι αγαπητικιές των ανδρών, τους είχαν ακολουθήσει όταν αυτοί είχαν αποτύχει στη δοκιμασία του Τάιμ. Ο Τάιμ είχε συγκεντρώσει τους μαθητές σε μια ανοιχτή περιοχή με σκληρό κόκκινο πηλό και ασθενικά χορτάρια πιο πέρα από το στάβλο. Και τους επτά. Εκτός από τον Τζουρ, τον άνδρα της Σόρα, οι μόνοι που έμεναν από την πρώτη εξέταση ήταν ο Ντάμερ Φλιν, ο Έμπεν Χόπγουιλ κι ο Φέντγουιν Μορ. Οι άλλοι ήταν καινούριοι και φαίνονταν σχεδόν εξίσου μικροί στα χρόνια με τον Φέντγουιν και τον Έμπεν.

Με εξαίρεση τον ασπρομάλλη Ντάμερ, οι μαθητές κάθονταν σε μια γραμμή κοιτώντας αντίθετα από κει που βρισκόταν ο Ραντ. Ο Ντάμερ στεκόταν μπροστά τους κι έσμιγε τα φρύδια, καθώς κοίταζε μια πέτρα σε μέγεθος ανθρώπινου κεφαλιού τριάντα βήματα πιο πέρα.

«Τώρα», είπε ο Τάιμ, κι ο Ραντ ένιωσε τον Ντάμερ να αδράχνει τον σαϊντίν, τον είδε να υφαίνει αδέξια Φωτιά μαζί με Γη.

Η πέτρα εξερράγη κι ο Ντάμερ κι οι άλλοι μαθητές ρίχτηκαν στο έδαφος για να αποφύγουν τα συντρίμμια που πετάχτηκαν. Όχι ο Τάιμ· τα θρύψαλα της πέτρας αναπήδησαν πάνω στην ασπίδα από Αέρα που είχε υψώσει την τελευταία στιγμή. Σηκώνοντας το κεφάλι επιφυλακτικά, ο Ντάμερ σκούπισε το αίμα από μια αμυχή κάτω από το αριστερό του μάτι. Το στόμα του Ραντ σφίχτηκε· μόνο από τύχη δεν τον είχαν χτυπήσει τα κομμάτια που είχαν πεταχτεί. Έριξε μια ματιά στην αγροικία πίσω του· η Σόρα ήταν ακόμα εκεί, προφανώς χωρίς να έχει πάθει κάτι. Και τον κοίταζε ακόμα. Οι κότες δεν είχαν πάψει να τσιμπολογούν· έμοιαζαν συνηθισμένες σ’ αυτά τα συμβάντα.