Выбрать главу

Ο Ραντ δίστασε. Ήταν ρίσκο να αφήσει τον Τάιμ να φύγει. Ο άνθρωπος ήταν υπερβολικά πολεμοχαρής. Τι θα έκανε αν έβρισκε μπροστά του μια Άες Σεντάι σε μια εξόρμηση για στρατολόγηση; Ίσως θα κρατούσε το λόγο του και θα της χάριζε τη ζωή, αλλά τι θα συνέβαινε αν εκείνη ανακάλυπτε ποιος ήταν; Αν τον θωράκιζε και τον αιχμαλώτιζε; Ο Ραντ δεν είχε περιθώριο για μια τέτοια απώλεια. Δεν μπορούσε και να εκπαιδεύει μαθητές και ταυτοχρόνως να κάνει ό,τι άλλο είχε να κάνει. Έξι χρόνια για να φτάσει τον Πύργο. Αν στο μεταξύ οι Άες Σεντάι δεν έβρισκαν πρώτες αυτό το μέρος για να το καταστρέψουν και να σκοτώσουν τους μαθητές πριν μάθουν αρκετά για να αμυνθούν. Ή λιγότερο από ένα χρόνο. Στο τέλος ένευσε. Η φωνή του Λουζ Θέριν ήταν ένα τρελό βουητό στο βάθος. «Θα πάρεις τα άλογα που ζήτησες».

12

Ερωτήσεις κι Απαντήσεις

«Λοιπόν;» είπε η Νυνάβε όσο πιο υπομονετικά μπορούσε. Της ήταν κόπος να έχει τα χέρια στα γόνατα, όπως και το να κάθεται ακίνητη στο κρεβάτι. Έπνιξε το χασμουρητό της. Ήταν ακόμα χαράματα, και τις τρεις τελευταίες μέρες δεν είχε κοιμηθεί καλά. Το καλαμένιο κλουβί ήταν άδειο, είχαν αφήσει το ωδικό σπουργίτι ελεύθερο. Ευχόταν να ήταν κι η ίδια ελεύθερη. «Λοιπόν;»

Η Ηλαίην ξάπλωνε στο κρεβάτι της, και το κεφάλι κι οι ώμοι της ξεπρόβαλλαν από το παράθυρο κι έβγαιναν στο στενάκι πίσω από το σπίτι. Από κει είχε μια στενότατη οπτική δίοδο προς το πίσω μέρος του Μικρού Πύργου, όπου οι περισσότερες Καθήμενες δέχονταν σε ακρόαση τώρα το πρωί τις απεσταλμένες του Πύργου. Η θέα ήταν ελάχιστη, αλλά της επέτρεπε να δει ένα μέρος του φυλαχτού κατά του κρυφακούσματος που περιέκλειε το πανδοχείο. Ήταν από τα φυλαχτά που σταματούσαν όσες προσπαθούσαν να στήσουν αυτί με τη χρήση της Δύναμης. Ήταν το αντίτιμο που πλήρωνες όταν μοιραζόσουν τις γνώσεις σου.

Έπειτα από μια στιγμή, η Ηλαίην κάθισε στις γάμπες με τη σύγχυση ανάγλυφη στο πρόσωπό της. «Τίποτα. Είπες ότι αυτές οι ροές μπορούσαν να χωθούν περνώντας απαρατήρητες. Δεν νομίζω να με κατάλαβαν, αλλά πάντως δεν άκουσα τίποτα».

Αυτό το τελευταίο απευθυνόταν προς τη Μογκέντιεν, που καθόταν στο ετοιμόρροπο σκαμνάκι τους σε μια γωνιά. Το ότι δεν ίδρωνε προκαλούσε πελώρια δυσφορία στη Νυνάβε. Ισχυριζόταν ότι έπρεπε να δουλέψεις καιρό με τη Δύναμη μέχρι να πετύχεις την αναγκαία αποστασιοποίηση για να αγνοείς τη ζέστη και το κρύο, κάτι που δεν ήταν καλύτερο από τις αόριστες υποσχέσεις των Άες Σεντάι ότι θα το μάθαινε «τελικά». Η Νυνάβε κι η Ηλαίην έσταζαν ιδρώτα, ενώ η Μογκέντιεν έδειχνε δροσερή σαν μέρα της άνοιξης, κι αυτό, μα το Φως, ήταν τόσο ενοχλητικό!

«Είπα ίσως περάσουν». Τα μαύρα μάτια της Μογκέντιεν τινάχτηκαν πέρα-δώθε φοβισμένα, αν και συνήθως κοίταζε την Ηλαίην· πάντα συγκεντρωνόταν σε όποια φορούσε το βραχιόλι α’ντάμ. «Ίσως. Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι για να γνέσεις φυλαχτό. Μπορεί να σου πάρει μέρες για να το διαπεράσεις».

Η Νυνάβε κράτησε το στόμα κλειστό, αν και με δυσκολία. Το προσπαθούσαν μέρες τώρα. Ήταν η τρίτη μέρα από την άφιξη της Τάρνα Φάιρ, κι η Αίθουσα ακόμα κρατούσε καλά φυλαγμένο το μήνυμα που έφερνε η Κόκκινη αδελφή από την Ελάιντα. Η Σέριαμ, η Μυρέλ κι οι άλλες της φάρας τους το ήξεραν—η Νυνάβε δεν θα ξαφνιαζόταν αν το είχαν μάθει πριν το μάθει η Αίθουσα- αλλά ακόμα κι η Σιουάν κι η Ληάνε είχαν αποκλειστεί από αυτές τις καθημερινές συναντήσεις. Τουλάχιστον αυτό προφασίζονταν.

Η Νυνάβε κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να μαδά το φόρεμά της κι έκανε τα χέρια της να σταματήσουν και να ακινητοποιηθούν. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να μάθουν τι ήθελε η Ελάιντα — και, το σημαντικότερο, ποια ήταν η απάντηση της Αίθουσας. Έπρεπε. Με κάποιον τρόπο.

«Πρέπει να πηγαίνω», αναστέναξε η Ηλαίην. «Πρέπει να δείξω και σε άλλες αδελφές πώς να φτιάχνουν τερ’ανγκριάλ». Ελάχιστες Άες Σεντάι στο Σαλιντάρ διέθεταν αυτή τη δεξιοτεχνία, όμως όλες ήθελαν να μάθουν, κι οι περισσότερες πίστευαν ότι θα το κατάφερναν, αν έβαζαν την Ηλαίην να τους το δείξει και να το ξαναδείξει. «Πάρε καλύτερα κι αυτό», πρόσθεσε, λύνοντας το βραχιόλι. «Θέλω να δοκιμάσω κάτι καινούριο στον τρόπο κατασκευής όταν ξεμπερδέψω με τις αδελφές, και μετά έχω μια τάξη μαθητευομένων». Ούτε γι’ αυτό φαινόταν να χαίρεται, αντίθετα από την πρώτη φορά που το είχε κάνει. Ύστερα από κάθε μάθημα γυρνούσε εκνευρισμένη. Οι μικρότερες κοπέλες ήταν υπερενθουσιώδεις, βιάζονταν να κάνουν πράγματα, τα οποία δεν είχαν ιδέα πώς να αντιμετωπίσουν, συχνά χωρίς να ρωτήσουν πρώτα, κι οι μεγαλύτερες, αν και κάπως πιο επιφυλακτικές, ήταν πολύ πιθανότερο ότι θα διαφωνούσαν ή θα αρνούνταν να υπακούσουν σε μια διαταγή από μια γυναίκα έξι ή επτά χρόνια νεότερη τους. Η Ηλαίην είχε αρχίσει να μουρμουρίζει «χαζές μαθητευόμενες» και «ξεροκέφαλες ανόητες» σαν να ήταν δέκα χρόνια Αποδεχθείσα. «Θα έχεις χρόνο για ερωτήσεις. Ίσως σταθείς πιο τυχερή από μένα και μάθεις πώς να εντοπίζεις έναν άνδρα».