Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. «Τώρα το πρωί έχω να βοηθήσω την Τζάνυα και την Ντελάνα με τις σημειώσεις τους». Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη γκριμάτσα της. Η Ντελάνα ήταν Καθήμενη για το Γκρίζο Άτζα, όπως η Τζάνυα για το Καφέ, αλλά η Νυνάβε δεν κατόρθωνε να τους πάρει ούτε λέξη. «Και μετά έχω άλλο ένα μάθημα με την Τέοντριν». Σπατάλη χρόνου κι αυτό. Όλοι στο Σαλιντάρ σπαταλούσαν χρόνο. «Φόρα το», είπε, καθώς η Ηλαίην έκανε να βάλει το βραχιόλι σε ένα κρεμαστάρι μαζί με τα ρούχα τους.
Η χρυσομάλλα άφησε έναν επιτηδευμένο αναστεναγμό, αλλά ξανάκλεισε το βραχιόλι. Κατά τη γνώμη της Νυνάβε, η Ηλαίην παραήταν απρόσεχτη με το α’ντάμ. Ήταν αλήθεια πως όσο το περιδέραιο βρισκόταν στο λαιμό της Μογκέντιεν, όποια γυναίκα μπορούσε να διαβιβάζει, μπορούσε να την εντοπίσει με τη χρήση του βραχιολιού και να την ελέγξει. Αν καμία γυναίκα δεν φορούσε το βραχιόλι, τότε η Μογκέντιεν δεν μπορούσε να απομακρυνθεί πάνω από καμιά δωδεκαριά βήματα απ’ αυτό χωρίς να πέσει στα γόνατα κάνοντας εμετό· το ίδιο θα συνέβαινε αν το μετακινούσε από τη θέση του πάνω από μερικούς πόντους ή αν δοκίμαζε να το λύσει μόνη της. Ίσως το βραχιόλι μπορούσε να την κρατήσει ακόμα κι αν ήταν στο κρεμαστάρι, αλλά μια Αποδιωγμένη ίσως έβρισκε κάποιον άλλο τρόπο, αν της δινόταν συχνά η ευκαιρία. Κάποτε, στο Τάντσικο, η Νυνάβε είχε αφήσει τη Μογκέντιεν θωρακισμένη και δεσμευμένη με τη Δύναμη για λίγες μόνο στιγμές, κι η Μογκέντιεν είχε καταφέρει να δραπετεύσει. Όταν την είχε ξανασυλλάβει η Νυνάβε, ένα από τα πρώτα πράγματα που τη ρώτησε ήταν πώς το είχε κάνει αυτό, αν και για να της πάρει απάντηση είχε κοντέψει να της στρίψει το λαρύγγι. Απ’ ό,τι φαινόταν, η δεμένη και στερεωμένη ασπίδα ήταν τρωτή, αν η θωρακισμένη γυναίκα είχε χρόνο κι υπομονή. Η Ηλαίην επέμενε ότι κάτι τέτοιο δεν θα έφερνε αποτέλεσμα με το α’ντάμ —δεν υπήρχε κόμπος για να τον λύσεις, και με το περιδέραιο στο λαιμό η Μογκέντιεν ούτε καν θα προσπαθούσε να αγγίξει το σαϊντάρ δίχως άδεια- αλλά η Νυνάβε προτιμούσε να μην το ρισκάρουν.
«Να αντιγράφεις αργά», είπε η Ηλαίην. «Έχω αντιγράψει σημειώσεις άλλες φορές για την Ντελάνα. Μισεί τις κηλίδες μελανιού και τα λάθη. Αν χρειαστεί, θα σε βάλει να το κάνεις ακόμα και πενήντα φορές για να έχει μια καθαρή σελίδα».
Η Νυνάβε συννέφιασε. Μπορεί το γράψιμό της να μην ήταν τόσο καθαρό και λεπτό όσο της Ηλαίην, αλλά δεν ήταν κανένα ζώο που μόλις είχε μάθει ποια άκρη της πένας βουτούσες στο μελάνι. Η νεότερη γυναίκα δεν το πρόσεξε, απλώς βγήκε από το δωμάτιο με ένα τελευταίο χαμόγελο. Ίσως απλώς ήθελε να τη βοηθήσει. Αν οι Άες Σεντάι μάθαιναν ποτέ πόσο αντιπαθούσε η Νυνάβε την αντιγραφή, θα της την ανέθεταν για τιμωρία.
«Ίσως θα ’πρεπε να πάτε στον Ραντ», είπε ξαφνικά η Μογκέντιεν. Καθόταν διαφορετικά, με το κορμί πιο στητό. Τα μαύρα μάτια της είχαν καρφωθεί στα μάτια της Νυνάβε. Γιατί;
«Τι εννοείς;» ζήτησε να μάθει η Νυνάβε.
«Εσύ κι η Ηλαίην θα έπρεπε να πάτε στο Κάεμλυν, στον Ραντ. Εκείνη μπορεί να γίνει βασίλισσα κι εσύ...» Το χαμόγελο της Μογκέντιεν ήταν κάθε άλλο παρά ευχάριστο. «Θα έρθει κάποια ώρα που θα σε στήσουν στη γωνία και θα ψάξουν να βρουν πώς μπορείς να κάνεις όλες αυτές τις λαμπρές ανακαλύψεις, αλλά, όταν είναι να διαβιβάσεις μπροστά τους, τρέμεις σαν κοριτσόπουλο που το έπιασαν με κλεμμένα γλυκά».
«Δεν—!» Δεν θα καθόταν να δώσει εξηγήσεις, ειδικά σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί, άραγε, η Μογκέντιεν μιλούσε τόσο σταράτα έτσι ξαφνικά; «Ένα πράγμα να θυμάσαι, ό,τι και να μου συμβεί εμένα, αν ανακαλύψουν την αλήθεια, το κεφάλι σου θα νιώσει τη λεπίδα του δήμιου την ίδια βδομάδα».
«Ενώ το δικό σου μαρτύριο θα τραβήξει πολύ περισσότερο. Η Σέμιραγκ κάποτε είχε κάνει έναν άνδρα να ουρλιάζει συνεχώς όλες τις ώρες της ημέρας επί πέντε χρόνια. Φρόντισε μάλιστα να διατηρήσει τα λογικά του, αν και στο τέλος δεν κατάφερε να συνεχίσει την καρδιά του να χτυπάει. Αμφιβάλλω αν αυτά τα παιδιά έχουν έστω το ένα δέκατο της επιδεξιότητας της Σέμιραγκ, αλλά ίσως μάθεις από πρώτο χέρι πόσα ξέρουν».