Выбрать главу

Πώς ήταν δυνατόν να λέει τέτοια πράγματα; Είχε αποτινάξει σαν πουκάμισο φιδιού τη συνηθισμένη συμπεριφορά της, που ζάρωνε όλο αγωνία. Όχι, ήταν ακόμα χειρότερο. Η στάση της Μογκέντιεν έδειχνε ότι τα λεγόμενα της ήταν αδιάφορα για την ίδια αλλά ζωτικής σημασίας για τη Νυνάβε. Η Νυνάβε ευχήθηκε να είχε το βραχιόλι. Θα ήταν μια ανακούφιση. Η Μογκέντιεν αποκλείεται να ένιωθε τόσο ψυχρή και γαλήνια όσο έδειχναν το πρόσωπό της κι η φωνή της.

Η ανάσα της Νυνάβε σκάλωσε στο λαιμό της. Το βραχιόλι. Αυτό ήταν. Το βραχιόλι δεν ήταν στο δωμάτιο. Ένιωσε μια παγωνιά στα σωθικά της. Λογικά, δεν έπαιζε ρόλο αν το βραχιόλι ήταν εκεί ή όχι. Το φορούσε η Ηλαίην -σε παρακαλώ, Φως μου, ας μην το έχει βγάλει!- και το άλλο μισό του α’ντάμ αγκάλιαζε σταθερά το λαιμό της Μογκέντιεν. Όμως η λογική δεν είχε να κάνει μ’ αυτό. Η Νυνάβε δεν είχε βρεθεί ποτέ μόνη μ’ αυτή τη γυναίκα χωρίς να είναι κοντά το βραχιόλι. Ή μάλλον, οι μόνες φορές που είχε συμβεί αυτό, είχαν καταλήξει σχεδόν στον απόλυτο όλεθρο. Η Μογκέντιεν τότε δεν φορούσε το α’ντάμ, αλλά ούτε κι αυτό έπαιζε ρόλο. Ήταν μια Αποδιωγμένη, ήταν μόνες οι δυο τους, κι η Νυνάβε δεν είχε τρόπο να τη σταματήσει. Έσφιξε τα φουστάνια της για να μην αρπάξει το μαχαίρι που είχε στη ζώνη της.

Το χαμόγελο της Μογκέντιεν έγινε πιο βαθύ, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της. «Σ’ αυτό το θέμα να είσαι σίγουρη ότι νοιάζομαι για το καλό σου. Αυτό», είπε, και το χέρι της πλανήθηκε για μια στιγμή κοντά στο περιδέραιο, «μπορεί να με κρατήσει αιχμάλωτη εξίσου αποτελεσματικά και στο Κάεμλυν όπως κι εδώ. Η σκλαβιά εκεί είναι καλύτερη από το θάνατο εδώ. Αλλά μην καθυστερήσεις μέχρι να πάρεις απόφαση. Αν αυτές οι λεγόμενες Άες Σεντάι αποφασίσουν να επιστρέψουν σον Πύργο, τι καλύτερο δώρο για την καινούρια Έδρα της Αμερλιν παρά εσύ, μια γυναίκα τόσο κοντά στον Ραντ αλ’Θόρ; Κι η Ηλαίην. Αν ο Ραντ νιώθει γι’ αυτήν τα μισά απ’ όσα νιώθει αυτή για εκείνον, τότε το ότι θα την έχουν στα χέρια τους θα τους προσφέρει μια θηλιά στο λαιμό του που δεν θα μπορέσει ποτέ να τη βγάλει».

Η Νυνάβε σηκώθηκε, προσέχοντας να μη λυγίσουν τα γόνατά της. «Τώρα μπορείς να στρώσεις τα κρεβάτια και να καθαρίσεις το δωμάτιο. Να το βρω πεντακάθαρο όταν θα γυρίσω».

«Πόσο χρόνο έχεις;» είπε η Μογκέντιεν πριν η Νυνάβε φτάσει στην πόρτα. Το είπε λες και ρωτούσε αν το νερό για το τσάι είχε βράσει. «Λίγες ακόμα μέρες, στην καλύτερη περίπτωση, πριν στείλουν την απάντησή τους στην Ταρ Βάλον; Λίγες ώρες; Τι θα βαρύνει περισσότερο, ο Ραντ αλ’Θόρ, ακόμα και τα υποτιθέμενα εγκλήματα της Ελάιντα, ή το ενδεχόμενο να ξαναενώσουν τον πολυαγαπημένο Λευκό Πύργο τους;»

«Θέλω να προσέξεις ιδιαίτερα τα δοχεία νυκτός», είπε η Νυνάβε χωρίς να γυρίσει. «Αυτή τη φορά τα θέλω καθαρά». Έφυγε προτού η Μογκέντιεν μπορέσει να ξανανοίξει το στόμα της, κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω της.

Ακούμπησε στις τραχιές ξύλινες σανίδες, παίρνοντας βαθιές ανάσες στο στενό, δίχως παράθυρα μικρό διάδρομο. Έβγαλε ένα σακουλάκι από το πουγκί στη ζώνη της κι έβαλε δύο τσαλακωμένα φύλλα χηνόμεντας στο στόμα. Η χηνόμεντα ήθελε λίγη ώρα για να καταπραΰνει την καούρα του στομαχιού, όμως η Νυνάβε τα μάσησε και τα κατάπιε, λες και με τη βιάση θα επιδρούσαν πιο γρήγορα. Αυτές τις τελευταίες στιγμές είχε δεχθεί το ένα πλήγμα μετά το άλλο, καθώς η Μογκέντιεν σύντριβε ένα-ένα τα πράγματα που η Νυνάβε θεωρούσε βέβαια. Παρ’ όλη τη δυσπιστία της, η Νυνάβε πίστευε ότι η γυναίκα είχε δαμαστεί. Λάθος. Μα το Φως, ήταν λάθος. Ήταν σίγουρη ότι η Μογκέντιεν δεν ήξερε για την Ηλαίην και τον Ραντ περισσότερα από τα λίγα που ήξεραν κι οι Άες Σεντάι. Λάθος. Και το να συνιστά τώρα να πάνε να τον βρουν... Μιλούσαν δίχως προφυλάξεις μπροστά της. Τι άλλο είχε ξεφύγει από το στόμα τους και πώς μπορούσε να το χρησιμοποιήσει η Μογκέντιεν;

Μια άλλη Αποδεχθείσα μπήκε στον μικροσκοπικό χώρο από το μπροστινό δωμάτιο του μικρού σπιτιού κι η Νυνάβε όρθωσε το κορμί της, έβαλε τη χηνόμεντα στο σακουλάκι κι ίσιωσε το φόρεμά της. Όλα τα δωμάτια εκτός από αυτό της πρόσοψης είχαν γίνει κοιτώνες κι είχαν καταληφθεί από Αποδεχθείσες κι υπηρέτριες, τρεις ή τέσσερις μαζί σε δωμάτια που δεν ήταν μεγαλύτερα από το άλλο πίσω μέρος της, που μερικές φορές κοιμούνταν δύο στο ίδιο κρεβάτι. Η Αποδεχθείσα μπροστά της ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα, πετσί και κόκαλο, με γκρίζα μάτια κι αβίαστο χαμόγελο. Η Εμάρα ήταν μια Ιλιανή που δεν ουμπαθούσε τη Σιουάν και τη Ληάνε, κάτι που η Νυνάβε δεν δυσκολευόταν να αντιληφθεί, και πίστευε ότι έπρεπε να τις διώξουν —με εύσχημο τρόπο, όπως το έθετε— όπως έκαναν ανέκαθεν με τις γαληνεμένες γυναίκες, αλλά κατά τα άλλα ήταν μια ευχάριστη γυναίκα που δεν την ενοχλούσε το ότι η Ηλαίην κι η Νυνάβε είχαν «επιπλέον χώρο» και τις υπηρετούσε η «Μάριγκαν». Αυτό ενοχλούσε αρκετές άλλες.