«Άκουσα ότι θα αντιγράψεις σημειώσεις για την Τζάνυα και την Ντελάνα», είπε με την ψιλή φωνούλα της, προσπερνώντας την για να μπει στο δωμάτιό της. «Άκου τη συμβουλή μου και γράφε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Την Τζάνυα τη νοιάζει περισσότερο αν θα περαστούν όλα τα λόγια της παρά αν γίνουν μερικές μουτζούρες».
Η Νυνάβε την αγριοκοίταξε από πίσω. Γράψε γρήγορα για τη Ντελάνα. Γράψε αργά για τη Τζάνυα. Πολύ χρήσιμες συμβουλές όλες μαζί. Πάντως, δεν θα καθόταν να στενοχωριέται που θα έκανε αντιγραφική δουλειά. Ούτε και για τη Μογκέντιεν, πριν βρει την ευκαιρία να το συζητήσει με την Ηλαίην.
Κουνώντας το κεφάλι και μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, βγήκε από το σπίτι. Ίσως θεωρούσε την κατάσταση ως δεδομένη και κάποια πράγματα της ξέφευγαν, αλλά ήταν ώρα να ανασκουμπωθεί και να το σταματήσει. Ήξερε ποια έπρεπε να βρει.
Τις τελευταίες μέρες μια ηρεμία είχε αγκαλιάσει το Σαλιντάρ, παρ’ όλο που η κοσμοπλημμύρα στους δρόμους εξακολουθούσε να υπάρχει. Κατ’ αρχάς, τα καμίνια έξω από το χωριό είχαν σιωπήσει. Είχαν πει σε όλους να μετρούν τα λόγια τους όσο θα ήταν εδώ η Τάρνα, και να μην πουν για την αντιπροσωπεία που πήγαινε στο Κάεμλυν, για τον Λογκαίν, ο οποίος ήταν κλεισμένος με ασφάλεια σε ένα από τα στρατόπεδα των στρατιωτών, ακόμα και για τους ίδιους τους στρατιώτες και το λόγο που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Έτσι, οι περισσότεροι φοβούνταν να πουν οτιδήποτε παρά μόνο ψιθυριστά. Το χαμηλό βουητό των συζητήσεων είχε μια νότα ανησυχίας.
Όλοι είχαν επηρεαστεί. Οι υπηρέτριες που συνήθως έτρεχαν, τώρα προχωρούσαν δειλά, ρίχνοντας φοβισμένες ματιές πάνω από τον ώμο τους. Ακόμα κι οι Άες Σεντάι έμοιαζαν επιφυλακτικές πίσω από τη γαλήνη τους και κοιτούσαν η μια την άλλη υπολογιστικά. Τώρα υπήρχαν ελάχιστοι στρατιώτες στους δρόμους, λες κι η Τάρνα δεν είχε δει αρκετούς την πρώτη μέρα για να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Η λάθος απάντηση από την Αίθουσα σήμαινε ότι όλους θα τους περίμενε η αγχόνη· ακόμα κι οι κυβερνήτες κι οι ευγενείς που ήθελαν να μην αναμιχθούν στους μπελάδες του Πύργου, πιθανότατα θα κρεμούσαν όσους στρατιώτες έπιαναν, μόνο και μόνο για να μην εξαπλωθεί η ιδέα της εξέγερσης. Νιώθοντας την αβεβαιότητα, κι οι λίγοι που υπήρχαν φρόντιζαν να μένουν ανέκφραστοι ή έσμιγαν τα φρύδια με ταραχή. Με εξαίρεση τον Γκάρεθ Μπράυν, ο οποίος περίμενε υπομονετικά μπροστά στον Μικρό Πύργο. Βρισκόταν εκεί κάθε μέρα, έφτανε πριν από τις Καθήμενες κι έφευγε ύστερα απ’ αυτές. Η Νυνάβε σκεφτόταν ότι ο Μπράυν ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα θυμούνταν και τον ίδιο και το τι έκανε γι’ αυτές. Τη μία φορά που η Νυνάβε είχε δει τις Καθήμενες να βγαίνουν, δεν είχαν δείξει χαρά για την παρουσία του.
Μόνο οι Πρόμαχοι δεν έμοιαζαν διαφορετικοί μετά την άφιξη της Κόκκινης αδελφής. Οι Πρόμαχοι και τα παιδιά. Η Νυνάβε ξαφνιάστηκε όταν τρία κοριτσάκια πετάχτηκαν μπροστά της σαν ορτύκια, με κορδέλες στα μαλλιά, ιδρωμένα, σκονισμένα, τρέχοντας όλο γέλια. Τα παιδιά δεν ήξεραν τι περίμενε το Σαλιντάρ και μάλλον δεν θα το καταλάβαιναν ακόμα κι αν το ήξεραν. Κάθε Πρόμαχος θα ακολουθούσε την Άες Σεντάι του, όποια κι αν ήταν η απόφασή της, όπου κι αν πήγαινε, και δεν θα έδειχνε την παραμικρή απορία.
Οι περισσότερες πνιγμένες συζητήσεις αφορούσαν στον καιρό. Τον καιρό και τις ιστορίες που έρχονταν από αλλού για παράξενα συμβάντα, δικέφαλα μοσχαράκια που μιλούσαν κι ανθρώπους που τους είχαν πνίξει σμήνη από μύγες, για ένα χωριό όπου όλα τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί μέσα στη νύχτα, για ανθρώπους που τους είχε ρίξει νεκρούς κάτι αθέατο μέρα-μεσημέρι. Όσοι μπορούσαν να σκεφτούν καθαρά, ήξεραν ότι η ανομβρία κι ο εκτός εποχής καύσωνας ήταν από το χέρι του Σκοτεινού που άγγιζε τον κόσμο, αλλά ακόμα κι οι περισσότερες Άες Σεντάι αμφισβητούσαν τον ισχυρισμό της Ηλαίην και της Νυνάβε ότι τα άλλα συμβάντα ήταν εξίσου αληθινά, ότι φυσαλίδες του κακού αναδίδονταν από τη φυλακή του Σκοτεινού καθώς οι σφραγίδες εξασθενούσαν, ότι υψώνονταν κι έπλεαν στο Σχήμα ώσπου έσκαζαν. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν να σκεφτούν καθαρά. Μερικοί έριχναν το φταίξιμο για όλα στον Ραντ. Μερικοί έλεγαν ότι ο Δημιουργός ήταν δυσαρεστημένος, επειδή ο κόσμος δεν είχε ταχθεί στο πλευρό του Αναγεννημένου Δράκοντα ή επειδή οι Άες Σεντάι δεν τον είχαν συλλάβει και δεν τον είχαν ειρηνέψει ή επειδή οι Άες Σεντάι αντιμάχονταν την Αμερλιν που είχε την έδρα. Η Νυνάβε είχε ακούσει ανθρώπους να λένε ότι ο καιρός θα ξαναρχόταν στα σωστά του όταν ο Πύργος ενωνόταν ξανά. Προχώρησε, ανοίγοντας δρόμο στο πλήθος.
«...ορκίζομαι ότι είναι αλήθεια!» μουρμούρισε μια μαγείρισσα, αλευρωμένη ως τους αγκώνες. «Υπάρχει στρατός Λευκομανδιτών συγκεντρωμένος στην άλλη μεριά του Έλνταρ και περιμένει μήνυμα από την Ελάιντα για να επιτεθεί». Με εξαίρεση τον καιρό και τα δικέφαλα μοσχαράκια, οι ιστορίες για τους Λευκομανδίτες ξεπερνούσαν κάθε άλλο είδος, όμως Λευκομανδίτες που να περιμένουν διαταγές από την Ελάιντα; Η ζέστη είχε πειράξει τα μυαλά αυτής της γυναίκας!