Выбрать главу

«Μάρτυράς μου το Φως, είναι αλήθεια», μουρμούρισε ένας ψαρομάλλης αγωγιάτης σε μια κατσουφιασμένη γυναίκα, που το καλοραμμένο μάλλινο φόρεμά της έδειχνε ότι ήταν καμαριέρα των Άες Σεντάι. «Η Ελάιντα είναι νεκρή. Οι Κόκκινες ήρθαν να καλέσουν τη Σέριαμ να γίνει η καινούρια Άμερλιν». Η γυναίκα ένευσε, καταπίνοντας κάθε λέξη.

«Εγώ λέω, πάντως, ότι η Ελάιντα είναι μια χαρά Άμερλιν», είπε ένας με φτωχικό σακάκι, ισορροπώντας ένα δεμάτι ξύλα στον ώμο του. «Από τις καλύτερες». Δεν το είπε μουρμουρίζοντας στον διπλανό του. Μίλησε δυνατά, προσπαθώντας να μην κοιτάξει γύρω για να δει ποιος τον είχε ακούσει.

Η Νυνάβε ξίνισε τα μούτρα της. Ο άνθρωπος ήθελε να τον ακούσουν. Μα πώς είχε ανακαλύψει τόσο γρήγορα το Σαλιντάρ η Ελάιντα; Η Τάρνα πρέπει να είχε φύγει από την Ταρ Βάλον λίγο αφότου οι Άες Σεντάι είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στο χωριό. Η Σιουάν είχε επισημάνει δυσοίωνα ότι πολλές Γαλάζιες αδελφές αγνοούνταν ακόμα —το αρχικό μήνυμα για τη συγκέντρωση στο Σαλιντάρ απευθυνόταν στις Γαλάζιες — κι η Αλβιάριν γνώριζε καλά πώς να αποσπά απαντήσεις. Ήταν μια σκέψη που της προκαλούσε ναυτία, αλλά η απλούστερη εξήγηση ήταν ακόμα πιο ανησυχητική: υπήρχαν κρυφές υποστηρίκτριες της Ελάιντα στο Σαλιντάρ. Όλοι λοξοκοιτάζονταν μεταξύ τους κι ο ξυλοκόπος δεν ήταν ο μόνος τον οποίο είχε ακούσει η Νυνάβε να λέει τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τόνο. Μπορεί να μην το έλεγαν οι Άες Σεντάι, η Νυνάβε όμως υποψιαζόταν ότι κάποιες ήθελαν να το πουν. Το Σαλιντάρ έβραζε στο ζουμί του, κι ήταν πικρό. Έτσι, αυτό που έκανε της φαινόταν ακόμα πιο σωστό.

Έκανε αρκετή ώρα για να βρει αυτήν που έψαχνε. Χρειαζόταν παρέες παιδιών που έπαιζαν, και δεν υπήρχαν πολλά παιδιά στο Σαλιντάρ. Όπως το περίμενε, η Μπιργκίτε παρακολουθούσε πέντε αγοράκια να τρέχουν στο δρόμο πετώντας το ένα στο άλλο ένα μικρό σακούλι με βότσαλα, γελώντας τρανταχτά όποτε το σακούλι χτυπούσε κάποιο, και μαζί τους γελούσε και το χτυπημένο αγόρι. Ήταν εξίσου παράλογο με τα περισσότερα παιχνίδια των αγοριών. Και των ανδρών.

Η Μπιργκίτε, φυσικά, δεν ήταν μόνη. Αυτό συνέβαινε σπανίως, και μόνο όταν έκανε ιδιαίτερη προσπάθεια να μείνει μόνη. Η Αράινα στεκόταν πλάι της, σκούπιζε τον ιδρώτα που κυλούσε στο πρόσωπο της και προσπαθούσε να μη δείξει πόσο βαριόταν τα παιδιά. Ήταν ένα-δυο χρόνια νεότερη από τη Νυνάβε, είχε τα μελαχρινά μαλλιά της χτενισμένα πλεξούδα με το μοτίβο που έκανε η Μπιργκίτε στη δική της χρυσή πλεξούδα, αν και δεν έφτανε πολύ κάτω από τους ώμους της· τα πλεγμένα μαλλιά της Μπιργκίτε έφταναν ως τη μέση της. Αντέγραφε την Μπιργκίτε στα ρούχα —ανοιχτόγκρίζο σακάκι ως τη μέση, πολύ φαρδύ παντελόνι στο χρώμα του μπρούντζου, μαζεμένο στον αστράγαλο πάνω από κοντές μπότες με ψηλά τακούνια— όπως και στο τόξο που μετέφερε και στη φαρέτρα που είχε στη μέση της. Η Νυνάβε ήταν σίγουρη ότι η Αράινα δεν είχε πιάσει καν τόξο στα χέρια πριν γνωρίσει την Μπιργκίτε. Δεν της έδωσε σημασία.

«Πρέπει να σου μιλήσω», είπε στην Μπιργκίτε. «Κατ’ ιδίαν».

Η Αράινα την κοίταξε, σχεδόν με περιφρόνηση στα γαλάζια μάτια της. «Νόμιζα ότι μια τόσο ωραία μέρα θα φόραγες το επώμιό σου, Νυνάβε. Αχ, δες. Ιδρώνεις σαν άλογο. Γιατί αυτό;»

Το πρόσωπο της Νυνάβε σκλήρυνε. Είχε γίνει φίλη αυτής της γυναίκας πριν εκείνη γίνει φίλη της Μπιργκίτε, όμως η φιλία τους είχε εξανεμιστεί όταν είχαν φτάσει στο Σαλιντάρ. Όταν είχε μάθει ότι η Νυνάβε δεν ήταν πλήρης Άες Σεντάι, η Αράινα είχε νιώσει κάτι πιο έντονο από απογοήτευση. Μόνο η παράκληση της Μπιργκίτε είχε σταματήσει την Αράινα, που ήθελε να πληροφορήσει τις Άες Σεντάι ότι η Νυνάβε προσποιείτο πως ήταν μια απ’ αυτές. Εκτός αυτού, η Αράινα είχε δώσει τον όρκο των Κυνηγών του Κέρατος κι η Μπιργκίτε ήταν καλύτερο πρότυπο από τη Νυνάβε γι’ αυτή τη ζωή. Και να σκεφτεί κανείς ότι η Νυνάβε κάποτε οίκτιρε την Αράινα για τις μελανιές της!

«Από το πρόσωπό σου», είπε η Μπιργκίτε μ’ ένα ιδρωμένο χαμόγελο, «φαίνεται πως ή θέλεις να στραγγαλίσεις κάποιον —μάλλον την Αράινα από δω— ή το φόρεμά σου έπεσε ανάμεσα σε μια ομάδα στρατιώτες και δεν φορούσες μισοφόρι». Η Αράινα άφησε ένα ρογχώδες γέλιο, αλλά έδειξε σοκαρισμένη. Η Νυνάβε δεν ήξερε να πει το λόγο· η άλλη γυναίκα είχε αρκετό καιρό στη διάθεσή της για να συνηθίσει τη λεγόμενη αίσθηση του χιούμορ της Μπιργκίτε, η οποία θα ταίριαζε περισσότερο σε κανέναν άνδρα με τα γένια αξύριστα, τη μύτη χωμένη στο ποτήρι και την κοιλιά γεμάτη μπύρα.