Η Νυνάβε περιεργάστηκε λίγο το παιχνίδι των παιδιών για να καταλαγιάσει λίγο ο εκνευρισμός της. Θα ήταν άδικος κόπος, αν θύμωνε τη στιγμή που είχε να ζητήσει μια χάρη.
Ο Σιβ κι ο Τζάριλ ήταν κι αυτοί από τα παιδιά που έτρεχαν πέρα-δώθε και πετούσαν το σακούλι. Οι Κίτρινες είχαν δίκιο γι’ αυτούς· ο χρόνος ήταν το μόνο που χρειάζονταν. Ύστερα από σχεδόν δύο μήνες στο Σαλιντάρ, μαζί με άλλα παιδιά, δίχως φόβο, τώρα γελούσαν και ξεφώνιζαν σαν τα υπόλοιπα.
Μια ξαφνική σκέψη τής ήρθε σαν κεραμίδα. Η «Μάριγκαν» τα φρόντιζε ακόμη, αν και με γκρίνια, τα έκανε μπάνιο και τα τάιζε, αλλά τώρα που μιλούσαν ξανά, μπορεί να έλεγαν ανά πάσα στιγμή ότι δεν ήταν η μητέρα τους. Ίσως να το είχαν ήδη πει. Αυτό μπορεί να μην προκαλούσε ερωτήσεις, αλλά μπορεί και να προκαλούσε, κι οι ερωτήσεις θα γκρέμιζαν στο κεφάλι τους αυτό το σπίτι από ξερόκλαδα που είχαν φτιάξει. Η Νυνάβε ξανάνιωσε την παγωνιά στην κοιλιά της. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί άλλοτε;
Τινάχτηκε όταν η Μπιργκίτε της άγγιξε το μπράτσο. «Συνέβη κάτι, Νυνάβε; Μοιάζεις σαν να πέθανε η καλύτερη φίλη σου και να σε καταράστηκε με την τελευταία της πνοή».
Η Αράινα απομακρυνόταν με μεγάλα βήματα και παγωμένο κορμί, ρίχνοντάς τους μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Δεν ταραζόταν καθόλου όταν έβλεπε την Μπιργκίτε να πίνει και να φλερτάρει με άνδρες, προσπαθούσε μάλιστα να τη μιμηθεί, όμως άφριζε κάθε φορά που η Μπιργκίτε ήθελε να μείνει μονάχη με την Ηλαίην ή με τη Νυνάβε. Οι άνδρες δεν αποτελούσαν απειλή· από τη σκοπιά της Αράινα, μόνο οι γυναίκες μπορούσαν να είναι φίλες μεταξύ τους, αλλά μόνο εκείνη μπορούσε να είναι φίλη της Μπιργκίτε. Η ιδέα ότι μπορούσες να έχεις δύο φίλες τής φαινόταν εξωπραγματική. Τέλος πάντων, ας πήγαινε στο καλό τώρα.
«Μπορείς να μας βρεις άλογα;» Η Νυνάβε προσπάθησε να μιλήσει με σταθερή φωνή. Δεν είχε έρθει να ρωτήσει αυτό το πράγμα, αλλά με τον Σιβ και τον Τζάριλ εκεί ήταν μια θαυμάσια ερώτηση. «Πόσον καιρό θα χρειαστείς;»
Η Μπιργκίτε την τράβηξε από το δρόμο, στο άνοιγμα ενός στενοσόκακου ανάμεσα σε δύο μισογκρεμισμένα σπίτια, και κοίταξε γύρω προσεκτικά πριν απαντήσει. Κανείς δεν ήταν κοντά για να κρυφακούσει, κανείς δεν έδινε σημασία. «Μια-δυο μέρες. Τώρα δα μου έλεγε ο Ούνο—»
«Όχι ο Ούνο! Δεν θα τον ανακατέψουμε. Μόνο εσύ, εγώ, η Ηλαίην κι η Μάριγκαν. Εκτός αν επιστρέψουν εγκαίρως ο Θομ κι ο Τζούιλιν. Κι η Αράινα, μάλλον, αν επιμένεις».
«Η Αράινα είναι χαζή σε μερικά πράγματα», είπε αργά η Μπιργκίτε, «όμως η ζωή θα τη διορθώσει ή θα την εξαντλήσει. Ξέρεις ότι δεν θα επιμείνω να έρθει, αν δεν τη θέλετε εσύ ή η Ηλαίην».
Η Νυνάβε δεν μίλησε. Η Μπιργκίτε έκανε σαν να ήταν αυτή η ζηλιάρα! Δεν αφορούσε στη Νυνάβε αν η Μπιργκίτε ήθελε να τριγυρνά με μια αλλοπρόσαλλη σαν την Αράινα.
Η Μπιργκίτε έτριψε το χείλος με το δάχτυλό της κι έσμιξε τα φρύδια. «Ο Θομ κι ο Τζούιλιν είναι καλοί άνθρωποι, όμως ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις το μπλέξιμο είναι να φροντίσεις να μη θέλει κανείς να σε μπλέξει. Δώδεκα Σιναρανοί με την αρματωσιά τους —ή και χωρίς αυτήν— θα ήταν ό,τι πρέπει. Δεν σας καταλαβαίνω εσένα και τον Ούνο. Είναι σκληρό καρύδι και θα ακολουθούσε εσένα και την Ηλαίην ως το Χάσμα του Χαμού». Ένα ξαφνικό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. «Εκτός αυτού, είναι κι ωραίο παιδί».
«Δεν θέλουμε κάποιον να μας κρατά από το χεράκι», της είπε αυστηρά η Νυνάβε. Ωραίο παιδί; Σχημάτισε με αηδία στο νου της τη ζωγραφισμένη καλύπτρα του και τις ουλές του. Αυτή η γυναίκα είχε πολύ παράξενο γούστο στους άνδρες. «Ό,τι προκύψει μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Νομίζω ότι το έχουμε ήδη αποδείξει, αν χρειαζόταν απόδειξη».
«Ξέρω ότι μπορούμε, Νυνάβε, αλλά οι μπελάδες θα πέσουν πάνω μας όπως οι μύγες στη χωματερή. Η Αλτάρα σιγοβράζει. Κάθε μέρα καταφθάνουν κι άλλες ιστορίες για Δρακορκισμένους, και πάω στοίχημα το καλύτερο μεταξωτό φόρεμά μου για ένα από τα παλιά σου μισοφόρια ότι οι μισοί απ’ αυτούς είναι ληστές, που αν δουν τέσσερις γυναίκες μόνες θα τις περάσουν για εύκολη λεία. Κάθε δυο μέρες θα χρειάζεται να αποδεικνύουμε ότι δεν είναι έτσι. Το Μουράντυ είναι χειρότερο, απ’ ό,τι ακούω, γεμάτο Δρακορκισμένους και ληστές και πρόσφυγες από την Καιρχίν, που φοβούνται ότι όπου να ’ναι θα τους βρει ο Αναγεννημένος Άρχοντας. Υποθέτω ότι δεν θέλεις να περάσεις στην Αμαδισία. Υποθέτω ότι σκέφτεσαι το Κάεμλυν». Η περίπλοκη πλεξούδα της κουνήθηκε ανάλαφρα, καθώς η Μπιργκίτε έγερνε το κεφάλι κι ύψωνε το φρύδι ερωτηματικά. «Συμφωνεί μαζί σου η Ηλαίην για τον Ούνο;»
«Θα συμφωνήσει», μουρμούρισε η Νυνάβε.
«Έτσι, ε; Τότε, λοιπόν, όταν συμφωνήσει, θα βρω όσα άλογα χρειαστούμε. Αλλά θέλω να μου πει γιατί να μην πάρουμε τον Ούνο».