Ο ανυποχώρητος, απόλυτος τόνος της έκανε το πρόσωπο της Νυνάβε να ανάψει από θυμό. Αν ζητούσε γλυκά από την Ηλαίην να πει στη Μπιργκίτε ότι ο Ούνο θα έμενε στο Σαλιντάρ, ίσως τον έβρισκαν να τις περιμένει πιο πέρα στο δρόμο, κι η Μπιργκίτε θα απορούσε πώς άραγε είχε μάθει ότι έφευγαν κι από ποιο δρόμο. Μπορεί αυτή η γυναίκα να ήταν Πρόμαχος της Ηλαίην, αλλά καμιά φορά η Νυνάβε αναρωτιόταν ποια στ’ αλήθεια είχε το πάνω χέρι. Όταν έβρισκε τον Λαν —όταν, όχι αν!— θα τον έβαζε να δώσει φοβερούς όρκους ότι θα συμφωνούσε με τις αποφάσεις της.
Πήρε μερικές βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει. Αδικα θα τσακωνόταν μ’ έναν πέτρινο τοίχο. Ας προχωρούσε καλύτερα στο λόγο για τον οποίο είχε ψάξει να βρει τη Μπιργκίτε.
Προχώρησε ανέμελα ένα βήμα πιο μέσα στο στενό δρομάκι, κάνοντας την άλλη να την ακολουθήσει. Στο έδαφος έμεναν τα ξερά απομεινάρια από τους θάμνους που είχαν κοπεί για να το καθαρίσουν. Προσπαθώντας να πάρει αδιάφορο ύφος, περιεργάστηκε τον πολύβουο δρόμο. Και πάλι κανείς δεν έριχνε στις δυο τους δεύτερη ματιά. Καλού-κακού, χαμήλωσε τη φωνή της. «Πρέπει να μάθουμε τι λέει η Τάρνα στην Αίθουσα και τι της λένε εκείνες. Η Ηλαίην κι εγώ προσπαθήσαμε να το μάθουμε, όμως προστατεύουν τις συναντήσεις με φυλαχτά για τους ωτακουστές. Αλλά μόνο με τη Δύναμη. Τις έχει απορροφήσει τόσο η πιθανότητα ότι κάποια θα κρυφακούσει έτσι, που ξεχνούν ότι μπορεί κανείς να κολλήσει το αυτί στην πόρτα. Αν πήγαινε κάποια και—»
Η Μπιργκίτε τη διέκοψε με σταθερή φωνή. «Όχι».
«Τουλάχιστον σκέψου το. Είναι δέκα φορές πιθανότερο να πιάσουν εμένα ή την Ηλαίην παρά εσένα». Σκέφτηκε να προσθέσει ότι η Ηλαίην ήταν αρκετά έξυπνη, αλλά η Μπιργκίτε ξεφύσησε.
«Είπα όχι! Ήσουν πολλά πράγματα από τότε που σε γνώρισα, Νυνάβε, αλλά ποτέ χαζή. Φως μου, αφού θα το ανακοινώσουν σε όλους σε μια-δυο μέρες».
«Πρέπει να το μάθουμε τώρα», σφύριξε η Νυνάβε, πνίγοντας μέσα της τη φράση «βλακόμετρο με μυαλό άνδρα». Χαζή; Μα και βέβαια δεν είχε φανεί ποτέ χαζή! Δεν έπρεπε να θυμώσει. Αν μπορούσε να πείσει την Ηλαίην να πάνε, ίσως να μη βρίσκονταν εκεί σε μια-δυο μέρες. Ήταν προτιμότερο να μην ξαναθίξει αυτό το θέμα.
Μ’ ένα ρίγος —κάπως επιδεικτικό, σκέφτηκε η Νυνάβε— η Μπιργκίτε στηρίχτηκε στο τόξο της. «Κάποτε με έπιασαν να κατασκοπεύω τις Άες Σεντάι. Με πέταξαν έξω σηκωτή ύστερα από τρεις μέρες, κι έφυγα από το Σήμαλ μόλις μπόρεσα να βρω άλογο. Δεν θα ξαναπεράσω τα ίδια μόνο και μόνο για να κερδίσεις μια μέρα που δεν τη χρειάζεσαι».
Η Νυνάβε κράτησε τη γαλήνη της. Προσπάθησε να διατηρήσει μια ήρεμη έκφραση στο πρόσωπο, να μην τρίξει τα δόντια, να μην τραβήξει κοφτά την πλεξούδα της. Ήταν γαλήνια. «Ποτέ δεν άκουσα παραμύθι που να λέει ότι κατασκόπευες τις Άες Σεντάι». Μόλις ξεστόμισε τα λόγια, θέλησε να τα πάρει πίσω. Ο πυρήνας του μυστικού της Μπιργκίτε ήταν ότι ήταν η Μπιργκίτε των παραμυθιών. Δεν έπρεπε να αναφέρουν ποτέ κάτι που να οδηγεί σ’ αυτό το συσχετισμό.
Για μια στιγμή το πρόσωπο της Μπιργκίτε έγινε πέτρα, κρύβοντας ό,τι είχε μέσα της. Η Νυνάβε το είδε και ρίγησε· υπήρχε τόσος πόνος στο μυστικό αυτής της γυναίκας. Τελικά η πέτρα ξανάγινε σάρκα κι η Μπιργκίτε αναστέναξε. «Τα πράγματα αλλάζουν με το χρόνο. Τις μισές απ’ αυτές τις ιστορίες ακόμα κι εγώ δυσκολεύομαι να τις αναγνωρίσω, κι οι άλλες μισές μου είναι άγνωστες. Δεν θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό». Προφανώς αυτό δεν ήταν υπόδειξη.
Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα, μην ξέροντας συγκεκριμένα τι θα έλεγε —το χρέος που όφειλε στη Μπιργκίτε σήμαινε ότι δεν θα σκάλιζε τον πόνο της άλλης, όμως αυτό δεν σήμαινε ότι θα της αρνιόταν δύο απλές παρακλήσεις...!— και τότε η φωνή μιας τρίτης γυναίκας ακούστηκε ξαφνικά από την είσοδο του στενού.
«Νυνάβε, η Τζάνυα κι η Ντελάνα σε θέλουν τώρα αμέσως».
Η Νυνάβε πήδηξε στον αέρα· η καρδιά της έκανε να ξεπεταχτεί από το στήθος της.
Στην είσοδο του στενού, η Νίκολα, φορώντας ρούχα μαθητευόμενης, έδειξε έκπληκτη για μια στιγμή. Το ίδιο κι η Μπιργκίτε· ύστερα περιεργάστηκε το τόξο της με ύφος σαν να έβρισκε κάτι αστείο.
Η Νυνάβε αναγκάστηκε να ξεροκαταπιεί δυο φορές για να βγάλει λέξη. Άραγε τι να είχε ακούσει η Νίκολα; «Αν νομίζεις ότι είναι τρόπος αυτός για να μιλάς σε μια Αποδεχθείσα, Νίκολα, πρέπει να αλλάξεις μυαλά, αλλιώς θα σου βγει σε κακό».
Αυτός ήταν ο σωστός τρόπος που μιλούσαν οι Άες Σεντάι, όμως τα μαύρα μάτια της λυγερόκορμης μαθητευόμενης περιεργάστηκαν τη Νυνάβε, μετρώντας και ζυγίζοντας. «Λυπάμαι, Αποδεχθείσα», είπε, κλίνοντας το γόνυ. «Θα προσπαθήσω να προσέχω».
Η γονυκλισία ήταν όσο βαθιά αναλογούσε σε μια Αποδεχθείσα, υπολογισμένη στον πόντο, και παρ’ όλο που ο τόνος της ήταν ψυχρός, δεν ήταν τόσο ψυχρός ώστε να της το επισημάνει. Η Αράινα δεν ήταν η μόνη συνταξιδιώτισσά τους που είχε απογοητευτεί μαθαίνοντας την αλήθεια για την Ηλαίην και τη Νυνάβε, αλλά η Νίκολα είχε συμφωνήσει να κρατήσει το μυστικό τους σαν να ήταν έκπληκτη που νόμιζαν πως έπρεπε να της το ζητήσουν. Ύστερα, όταν η εξέταση έδειξε ότι μπορούσε να διαβιβάζει, το βλέμμα της άρχισε να μετρά και να ζυγίζει.