Η Νυνάβε την καταλάβαινε πολύ καλά. Η Νίκολα δεν είχε έμφυτη τη σπίθα —δίχως μαθήματα, δεν θα είχε αγγίξει ποτέ το σαϊντάρ— αλλά ήδη έλεγαν ότι ήταν πολλά υποσχόμενη κι ότι θα είχε μεγάλη δύναμη κάποια μέρα, αν δούλευε σκληρά. Είχε περισσότερες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες από κάθε άλλη μαθητευόμενη εδώ κι αιώνες και πριν από δυο χρόνια θα είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση. Αυτό, όμως, πριν κάνουν την εμφάνισή τους η Ηλαίην κι η Εγκουέν κι η ίδια η Νυνάβε. Η Νίκολα ποτέ δεν είχε πει τίποτα, όμως η Νυνάβε ήταν σίγουρη ότι η κοπέλα ήταν αποφασισμένη να φανεί ισάξια της Ηλαίην και της Νυνάβε, αν όχι ανώτερη τους. Δεν ξεπερνούσε τα όρια της κοσμιότητας, αλλά συχνά τα άγγιζε.
Η Νυνάβε της έστειλε ένα κοφτό νεύμα. Μπορεί να την καταλάβαινε, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν ήθελε να δώσει σ’ αυτή την ανόητη ρίζα προβατόγλωσσας τριπλής δύναμης για τη βλακεία της. «Έτσι μπράβο. Πήγαινε πες στις Άες Σεντάι ότι θα έρχομαι αμέσως». Η Νίκολα έκλινε πάλι το γόνυ, αλλά καθώς γυρνούσε, η Νυνάβε της είπε, «Περίμενε». Η κοπέλα σταμάτησε επιτόπου. Δεν φαινόταν τώρα, όμως η Νυνάβε για μια στιγμή ήταν σίγουρη ότι είχε δει μια αναλαμπή — ικανοποίησης; «Μου τα είπες όλα;»
«Με έστειλαν να σου πω να έρθεις, Αποδεχθείσα, κι αυτό έκανα», είπε εκείνη χωρίς ίχνος συναισθήματος.
«Τι είπαν; Ακριβώς τα λόγια τους».
«Ακριβώς τα λόγια τους, Αποδεχθείσα; Δεν ξέρω αν θα τα θυμηθώ ακριβώς, αλλά θα προσπαθήσω. Μην ξεχνάς ότι αυτές τα είπαν· εγώ απλώς τα επαναλαμβάνω. Η Τζάνυα Σεντάι είπε κάτι τέτοιο: “Αν δεν έρθει γρήγορα αυτό το χαζοκόριτσο, ορκίζομαι ότι από το ξύλο δεν θα μπορεί να καθίσει άνετα παρά μόνο όταν θα είναι σε ηλικία για να έχει εγγόνια”. Κι η Ντελάνα Σεντάι είπε, “Τόσος καιρός θα περάσει για να δεήσει να έρθει. Αν δεν είναι εδώ σε ένα τέταρτο, θα της αργάσω το τομάρι”». Τα μάτια της Νίκολα έδειχναν απόλυτη αθωότητα. Και την ίδια στιγμή την περιεργάζονταν. «Αυτό έγινε πριν από περίπου είκοσι λεπτά, Αποδεχθείσα. Ίσως και λίγο παραπάνω».
Η Νυνάβε παραλίγο θα ξεροκατάπινε πάλι. Το ότι οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να πουν ψέματα, δεν σήμαινε ότι κάθε απειλή έπρεπε να την πάρεις κυριολεκτικά, αλλά μερικές φορές η διαφορά ήταν ασήμαντη. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη μπροστά εκτός από τη Νίκολα, η Νυνάβε θα τσίριζε, «Αχ, Φως μου!» και θα το έβαζε στα πόδια. Αλλά όχι μπροστά σ’ αυτό το βλέμμα. Όχι μπροστά σε μια γυναίκα που έμοιαζε να ετοιμάζει κατάλογο με τις αδυναμίες της. «Σ’ αυτή την περίπτωση, μάλλον δεν χρειάζεται να πας εκεί πριν από μένα. Συνέχισε τα καθήκοντά σου». Γυρνώντας την πλάτη της στη γονυκλισία της Νίκολα σαν να μην είχε την παραμικρή έγνοια στον κόσμο, μίλησε στην Μπιργκίτε. «Θα μιλήσουμε αργότερα. Προτείνω να μην κάνεις τίποτα ως τότε γι’ αυτό το ζήτημα». Με λίγη τύχη, ίσως έτσι η Μπιργκίτε να μην πλησίαζε τον Ούνο. Με πολλή τύχη, μάλλον.
«Θα σκεφτώ αυτό που λες», είπε σοβαρά η Μπιργκίτε, αν και δεν είχε καμία σοβαρότητα το μίγμα συμπόνιας και γέλιου που φαινόταν στο πρόσωπό της. Η Μπιργκίτε ήξερε τις Άες Σεντάι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ήξερε περισσότερα για τις Άες Σεντάι απ’ όσα ήξεραν οι ίδιες.
Το μόνο που της έμενε ήταν να το δεχθεί και να ελπίζει. Καθώς η Νυνάβε έμπαινε στο δρόμο, η Νίκολα ήρθε δίπλα της. «Σου είπα, τράβα στις δουλειές σου».
«Είπαν να επιστρέψω όταν θα σε βρω, Αποδεχθείσα. Είναι τα βότανά σου; Γιατί χρησιμοποιείς βότανα; Μήπως επειδή δεν μπορείς να—; Συγχώρεσέ με, Αποδεχθείσα. Δεν έπρεπε να το αναφέρω».
Η Νυνάβε κοίταξε βλεφαρίζοντας το σακούλι με τη χηνόμεντα στο χέρι της —δεν θυμόταν να το είχε βγάλει— και το ξανάχωσε στο πουγκί. Της ερχόταν να μασήσει όλα τα φύλλα που είχε μέσα. Δεν έδωσε σημασία ούτε στη συγγνώμη, ούτε στην αιτία που την είχε προκαλέσει· σίγουρα όσο ψεύτικη ήταν η μεν, τόσο εσκεμμένη ήταν η δε. «Χρησιμοποιώ βότανα επειδή η Θεραπεία δεν είναι πάντα αναγκαία». Αραγε, οι Κίτρινες θα το αποδοκίμαζαν αν το άκουγαν; Περιφρονούσαν τα βότανα· έμοιαζαν να τις ενδιαφέρουν μόνο οι ασθένειες που χρειάζονταν Θεραπεία. Ή, τουλάχιστον, οι ασθένειες για τις οποίες δεν ήταν υπερβολική η χρήση Θεραπείας. Μα τι την είχε πιάσει κι ανησυχούσε μήπως η Νίκολα μετέφερε τα λεγόμενά της στις Άες Σεντάι; Η κοπέλα ήταν μαθητευόμενη, όπως κι αν κοίταζε τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Δεν είχε σημασία πώς τις κοίταζε. «Κάνε ησυχία», είπε ευερέθιστα. «Θέλω να σκεφτώ».