Выбрать главу

Η Νίκολα έκανε σιωπή καθώς προχωρούσαν στους πολυάνθρωπους δρόμους, αλλά της Νυνάβε της φαινόταν ότι έσερνε τα βήματά της. Ίσως να ήταν απλώς η φαντασία της, αλλά τα γόνατα της Νυνάβε είχαν αρχίσει να πονούν από τον κόπο που κατέβαλλε για να μην την προσπεράσει. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε η Νίκολα να τη δει να βιάζεται.

Η κατάσταση την έτρωγε μέσα της. Απ’ όσες μπορούσαν να στείλουν για να τη φέρει, δύσκολα θα φανταζόταν κάποια χειρότερη από τη Νίκολα με το βλέμμα της. Σίγουρα η Μπιργκίτε στο μεταξύ έτρεχε να βρει τον Ούνο. Οι Καθήμενες μάλλον θα έλεγαν στην Τάρνα ότι θα γονάτιζαν να φιλήσουν το δαχτυλίδι της Ελάιντα. Ο Σιβ κι ο Τζάριλ μάλλον θα έλεγαν στη Σέριαμ ότι η «Μάριγκαν» τους ήταν παντελώς άγνωστη. Ήταν η χειρότερη μέρα κι ο πυρωμένος ήλιος στεκόταν στο ένα τέταρτο της διαδρομής πριν σταθεί καταμεσής στον ανέφελο ουρανό.

Η Τζάνυα κι η Ντελάνα περίμεναν στο μπροστινό δωμάτιο του μικρού σπιτιού που μοιράζονταν με άλλες τρεις Άες Σεντάι. Κάθε μία, φυσικά, είχε τη δική της κρεβατοκάμαρα. Κάθε Άτζα είχε το δικό του σπίτι για τις συναντήσεις του, αλλά οι Άες Σεντάι ήταν σκορπισμένες σ’ ολόκληρο το χωριό, ανάλογα με το πότε είχαν φτάσει. Η Τζάνυα κοίταζε συνοφρυωμένη το πάτωμα, σουφρώνοντας τα χείλη, και δεν φαινόταν να είχε αντιληφθεί την άφιξη τους. Η Ντελάνα με τα ανοιχτόξανθα μαλλιά όμως —ήταν τόσο ανοιχτά που δεν ήξερες αν είχαν και λευκές αποχρώσεις ή όχι— στύλωσε τα εξίσου ανοιχτογάλανα μάτια της πάνω τους μόλις πέρασαν το κατώφλι. Η Νίκολα τινάχτηκε. Η Νυνάβε θα χαιρόταν γι’ αυτό, αν δεν είχε κάνει το ίδιο. Συνήθως, τα μάτια της παχουλής Γκρίζας δεν διέφεραν από τα μάτια των άλλων Άες Σεντάι, αλλά όταν στυλώνονταν πάνω σου, ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκτός από σένα. Κάποιοι έλεγαν ότι η Ντελάνα ήταν επιτυχημένη μεσολαβήτρια επειδή κι οι δύο πλευρές συμφωνούσαν μόνο και μόνο για να σταματήσει να κοιτάζει. Σε έκανε να σκεφτείς τι λάθος είχες κάνει, ακόμα κι όταν δεν είχες κάνει τίποτα. Ο κατάλογος που εμφανίστηκε στο νου της Νυνάβε την έκανε να κλίνει το γόνυ εξίσου βαθιά με τη Νίκολα, χωρίς να το συνειδητοποιήσει.

«Α», έκανε η Τζάνυα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια λες κι είχαν ξεπηδήσει από το πάτωμα, «να που ήρθατε».

«Συγγνώμη που άργησα», είπε βιαστικά η Νυνάβε. Ας τα άκουγε όλα η Νίκολα. Η Ντελάνα την κοίταζε, όχι η Νίκολα. «Δεν κατάλαβα για πότε πέρασε η ώρα, και—»

«Δεν έχει σημασία». Η φωνή της Ντελάνα ήταν βαθιά για γυναίκα, η προφορά της βραχνός απόηχος της Σιναρανής προφοράς του Ούνο. Ήταν παράξενα μελωδική για μια τόσο στρογγυλόσωμη γυναίκα, αλλά βέβαια η Ντελάνα ήταν ασυνήθιστα εύχαρις για τόσο εύσωμη γυναίκα. «Νίκολα, μπορείς να πηγαίνεις. Κάνε θελήματα για τη Φαολάιν ως το επόμενο μάθημά σου». Η Νίκολα δεν έχασε χρόνο με γονυκλισίες κι έφυγε τρέχοντας. Ίσως ήθελε να ακούσει τι θα έλεγαν οι αδελφές στη Νυνάβε για την καθυστέρηση της, αλλά κανείς δεν δοκίμαζε τα όρια των Άες Σεντάι.

Η Νυνάβε δεν θα την πρόσεχε ακόμα κι αν η Νίκολα έβγαζε φτερά. Μόλις είχε αντιληφθεί ότι δεν υπήρχε μελανοδοχείο στο τραπέζι όπου έτρωγαν οι Άες Σεντάι, ούτε κουτί με άλλο, ούτε πένα, ούτε χαρτί. Τίποτα από τα χρειαζούμενα. Μήπως ήταν δική της ευθύνη να τα φέρει; Η Ντελάνα ακόμα την κοίταζε. Η Ντελάνα ποτέ δεν κοίταζε κανέναν τόση ώρα. Ποτέ δεν κοίταζε κανέναν επίμονα, εκτός αν είχε λόγο.

«Μήπως θέλεις λίγο δροσερό τσάι μέντας;» είπε η Τζάνυα, και τώρα ήταν σειρά της Νυνάβε να παίξει τα μάτια. «Νομίζω ότι το τσάι ανακουφίζει. Έχω παρατηρήσει ότι πάντα κάνει πιο εύκολη τη συζήτηση». Χωρίς να περιμένει απάντηση, η Καφέ αδελφή, που η όψη της θύμιζε πουλί, πήρε μια τσαγιέρα με γαλάζιες ρίγες κι έβαλε τσάι σε αταίριαστα φλιτζάνια στο μπουφέ. Ένα πόδι έλειπε κι είχε αντικατασταθεί από μια πέτρα. Μπορεί οι Άες Σεντάι να διέθεταν περισσότερο χώρο, όμως τα έπιπλά τους ήταν κι αυτά σε κακή κατάσταση. «Η Ντελάνα κι εγώ αποφασίσαμε να αφήσουμε τις σημειώσεις μας για μια άλλη φορά. Αντί γι’ αυτό, θα μιλήσουμε. Μέλι; Εγώ προσωπικά το προτιμώ σκέτο. Η γλύκα χαλάει τη γεύση. Οι νεαρές πάντα θέλουν το μέλι τους. Τι υπέροχα πράγματα που κάνετε. Εσύ κι η Ηλαίην». Ένας δυνατός ξερόβηχας την έκανε να κοιτάξει τη Ντελάνα ερωτηματικά. Μετά από μια στιγμή, η Τζάνυα είπε, «Α. Ναι».

Η Ντελάνα είχε τραβήξει στο μέσον του γυμνού πατώματος μια καρέκλα από το τραπέζι. Μια ψάθινη καρέκλα. Από τη στιγμή που η Τζάνυα είχε πει τη λέξη «συζήτηση», η Νυνάβε είχε καταλάβει ότι δεν θα συνέβαινε αυτό. Η Ντελάνα έδειξε την καρέκλα, κι η Νυνάβε κάθισε άκρη-άκρη και πήρε ένα φλιτζάνι από το ραγισμένο δίσκο που της έφερε η Τζάνυα, μουρμουρίζοντας, «Ευχαριστώ, Άες Σεντάι». Δεν περίμενε πολύ.