«Πες μας για τον Ραντ αλ’Θόρ», είπε η Τζάνυα. Φαινόταν έτοιμη να πει κι άλλα, όμως η Ντελάνα ξερόβηξε πάλι για να καθαρίσει το λαιμό της· η Τζάνυα βλεφάρισε και σιώπησε, ρουφώντας το τσάι της. Οι Άες Σεντάι στάθηκαν δεξιά κι αριστερά από την καρέκλα της Νυνάβε. Η Ντελάνα την κοίταξε, αναστέναξε και διαβίβασε για να πάρει το τρίτο φλιτζάνι. Το φλιτζάνι αιωρήθηκε στο δωμάτιο. Η Ντελάνα ξανάοτρεψε πάνω της την προσοχή της με τρόπο που έμοιαζε να ανοίγει τρύπες στο κεφάλι της, ενώ η Τζάνυα έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις της, ίσως χωρίς να τη βλέπει καν.
«Σας είπα όσα ξέρω», αναστέναξε η Νυνάβε. «Τα είπα δηλαδή σε άλλες Άες Σεντάι». Κι όντως τα είχε πει. Απ’ όσα ήξερε για τον Ραντ, τίποτα δεν μπορούσε να τον βλάψει —αρκούσε γι’ αυτό η γνώση τού τι ήταν— κι ίσως βοηθούσε αν έκανε τις αδελφές να τον δουν ως άνθρωπο. Όχι ως έναν άνδρα που μπορούσε να διαβιβάζει· απλώς ως άνθρωπο. Δεν ήταν εύκολο να δεις έτσι τον Αναγεννημένο Δράκοντα. «Δεν ξέρω τίποτα περισσότερο».
«Μη μουτρώνεις», την αποπήρε η Ντελάνα. «Και μην παίζεις τα δάχτυλα σου».
Η Νυνάβε άφησε το φλιτζάνι στο δίσκο και σκούπισε τον καρπό στη φούστα της.
«Παιδί μου», είπε η Τζάνυα με φωνή όλο συμπόνια, «ξέρω ότι νομίζεις ότι μας είπες όσα ξέρεις, αλλά η Ντελάνα... Δεν θα σκεφτόμουν ότι θα απέκρυπτες κάτι σκοπίμως—»
«Γιατί όχι;» είπε στριγκά η Ντελάνα. «Γεννήθηκαν στο ίδιο χωριό. Τον είδε να μεγαλώνει. Μπορεί να είναι πιο πιστή σ’ αυτόν παρά στον Λευκό Πύργο». Το κοφτερό βλέμμα ξανάπεσε στη Νυνάβε. «Πες μας κάτι που δεν έχεις πει άλλη φορά. Άκουσα όλες τις ιστορίες σου, κορίτσι μου, και θα καταλάβω».
«Προσπάθησε, παιδί μου. Είμαι σίγουρη ότι δεν θέλεις να θυμώσει η Ντελάνα μαζί σου. Γιατί να—» Η Τζάνυα σταμάτησε ακούγοντας πάλι τον ξερόβηχα.
Η Νυνάβε ευχήθηκε να πίστευαν ότι το φλιτζάνι που έτρεμε στα χέρια της σήμαινε ότι ήταν ταραγμένη. Την είχαν κουβαλήσει εδώ νιώθοντας έντρομη —όχι, όχι έντρομη, αλλά τουλάχιστον ανήσυχη— για το πόσο θυμωμένες θα ήταν μαζί της, και τώρα αυτό. Όταν ήσουν κοντά σε Άες Σεντάι, μάθαινες να ακούς με προσοχή. Μπορεί να μην αντιλαμβανόσουν τι στ’ αλήθεια εννοούσαν, αλλά ήταν πιθανότερο έτσι παρά αν τις άκουγες αφηρημένα, όπως άκουγαν οι περισσότεροι άνθρωποι. Δεν είχαν πει απροκάλυπτα ότι πίστευαν πως απέκρυπτε κάτι.. Απλώς ήθελαν να την τρομάξουν, μήπως τυχόν της ξεγλιστρούσε κάτι άλλο. Δεν ένιωθε φόβο. Ή, μάλλον, ένιωθε φόβο αλλά όχι πολύ. Ήταν έξω φρενών.
«Όταν ήταν μικρό παιδί», είπε με προσοχή, «δεχόταν την τιμωρία αδιαμαρτύρητα όταν πίστευε ότι την άξιζε, αλλά αν δεν το πίστευε, αντιστεκόταν μέχρι τέλους».
Η Ντελάνα ξεφύσηξε. «Αυτό το έχεις πει σε όλους. Κάτι άλλο. Γρήγορα!»
«Μπορείς να τον καθοδηγήσεις ή να τον πείσεις, αλλά δεν δέχεται να τον πιέσεις. Μουλαρώνει όταν του φανεί ότι—»
«Το ίδιο κι αυτό». Με τα χέρια στους φαρδιούς γοφούς της, η Ντελάνα έσκυψε, ώσπου το κεφάλι της βρέθηκε στο ίδιο ύψος με της Νυνάβε. Η Νυνάβε παραλίγο θα ευχόταν να είχε πάλι τη Νίκολα να την κοιτάζει. «Κάτι που να μην έχεις πει σε όλες τις μαγείρισσες και τις πλύστρες του Σαλιντάρ».
«Για προσπάθησε, παιδί μου», είπε η Τζάνυα, και, ω του θαύματος, αρκέστηκε σ’ αυτό.
Άρχισαν να σκάβουν τη μνήμη της, με την Τζάνυα να την παρακινεί με στοργή και την Ντελάνα να την ξεψαχνίζει δίχως έλεος, κι η Νυνάβε έβγαλε στο φως την παραμικρή λεπτομέρεια που μπορούσε να θυμηθεί. Δεν κέρδισε καμία ανάπαυλα έτσι· τις είχε πει και ξαναπεί τόσες φορές, που αναγνώριζε την καθεμιά από τη γεύση της. Όπως είχε την καλοσύνη να επισημάνει η Ντελάνα. Όχι ακριβώς την καλοσύνη. Όταν, επιτέλους, η Νυνάβε μπόρεσε να πιει μια γουλιά τσάι, είχε ξεθυμάνει κι η γλύκα τού προκάλεσε μια αηδιαστική αίσθηση στη γλώσσα της. Μάλλον η Τζάνυα πίστευε στ’ αλήθεια ότι στις κοπέλες άρεσε να βάζουν πολύ μέλι. Το πρωί κύλησε αργά. Πολύ αργά.
«Δεν βγάζουμε άκρη», είπε τελικά η Ντελάνα, αγριοκοιτάζοντας τη Νυνάβε λες και το σφάλμα ήταν όλο δικό της.
«Μπορώ να πηγαίνω τότε;» ρώτησε ξεθεωμένη η Νυνάβε. Κάθε σταγόνα ιδρώτα που έχυνε, ήταν σαν να την είχαν στύψει από μέσα της. Ένιωθε κομμένη. Ήθελε να χαστουκίσει τα δροσερά πρόσωπα των Άες Σεντάι.
Η Ντελάνα κι η Τζάνυα κοιτάχτηκαν. Η Γκρίζα σήκωσε τους ώμους και πήγε στον μπουφέ για να βάλει άλλο ένα φλιτζάνι τσάι. «Φυσικά και μπορείς», είπε η Τζάνυα. «Καταλαβαίνω ότι ήταν δύσκολο για σένα, όμως πρέπει στ’ αλήθεια να μάθουμε τον Ραντ αλ’Θόρ καλύτερα απ’ όσο ξέρει ο ίδιος τον εαυτό του, για να αποφασίσουμε τι είναι το καλύτερο. Αλλιώς, ίσως τα πάντα καταλήξουν στον όλεθρο. Μα ναι, ναι. Μια χαρά τα πήγες, παιδί μου. Αλλά βέβαια δεν περίμενα κάτι λιγότερο από σένα. Όποιος μπορεί να κάνει τις ανακαλύψεις που έκανες εσύ, με το μειονέκτημα που έχεις... Δεν περιμένω από σένα κάτι λιγότερο από το να αριστεύεις. Και να σκεφτείς ότι...»