Έκανε αρκετή ώρα μέχρι να τα πει και να αφήσει τη Νυνάβε να βγει έξω τρεκλίζοντας. Κι όντως τρέκλιζε, με γόνατα που δεν την κρατούσαν. Όλοι μιλούσαν γι’ αυτήν. Φυσικό ήταν. Έπρεπε να είχε ακούσει την Ηλαίην και να άφηνε σε κείνη αυτές τις λεγόμενες ανακαλύψεις. Η Μογκέντιεν είχε δίκιο. Κάποια στιγμή θα έψαχναν να βρουν πώς το έκανε. Έπρεπε, λοιπόν, να αποφασίσουν οι Άες Σεντάι τι ήταν καλύτερο να κάνουν για να αποφύγουν την καταστροφή. Αυτό δεν της αποκάλυπτε το παραμικρό για τις προθέσεις τους απέναντι στον Ραντ.
Έριξε μια ματιά στον ήλιο που βρισκόταν σχεδόν στο ζενίθ και κατάλαβε ότι είχε καθυστερήσει στη συνάντηση της με την Τέοντριν. Τουλάχιστον αυτή τη φορά είχε μια καλή δικαιολογία.
Το σπίτι της Τέοντριν —όπου έμενε μαζί με άλλες είκοσι τέσσερις γυναίκες— ήταν πέρα από το Μικρό Πύργο. Η Νυνάβε βράδυνε το βήμα όταν έφτασε κοντά στο πρώην πανδοχείο. Το κοπάδι των Προμάχων στην πρόσοψή του κοντά στον Γκάρεθ Μπράυν έδειχνε ότι μέσα η συνάντηση συνεχιζόταν. Με τα υπολείμματα του θυμού μέσα της μπόρεσε να δει το ξόρκι φύλαξης, έναν κλειστό, επίπεδο θόλο κυρίως από Φωτιά κι Αέρα με ίχνη Νερού, που τρεμόπαιζε στο βλέμμα της γύρω από ολόκληρο το κτήριο, με έναν κόμπο που το συγκρατούσε προκλητικά. Αν άγγιζε τον κόμπο, θα ήταν σαν να επεδίωκε να τιμωρηθεί· υπήρχαν αρκετές Άες Σεντάι στον πολυάνθρωπο δρόμο. Πού και πού, κάποιοι Πρόμαχοι διέσχιζαν το θόλο που τρεμόπαιζε, ο οποίος τούς ήταν αόρατος, καθώς οι ομάδες τους διαλύονταν και ξανασχηματίζονταν. Ήταν το ίδιο ξόρκι φύλαξης που δεν είχε καταφέρει να διαπεράσει η Ηλαίην. Μια ασπίδα κατά του κρυφακούσματος. Για να μην κρυφακούσεις με τη χρήση Δύναμης.
Το σπίτι της Τέοντριν ήταν εκατό περίπου βήματα πιο πάνω στον ίδιο δρόμο, όμως η Νυνάβε έστριψε σε μια αυλή πίσω από ένα σπίτι με καλαμένια σκεπή, δυο βήματα μετά το αλλοτινό πανδοχείο. Ένας ετοιμόρροπος ξύλινος φράχτης αγκάλιαζε τη γωνιά της γης με τα μαραμένα χορτάρια πίσω από το σπίτι, είχε όμως πόρτα, η οποία κρεμόταν από έναν κατασκουριασμένο μεντεσέ. Ο μεντεσές στρίγκλισε θανατερά όταν η Νυνάβε άνοιξε την πόρτα. Κοίταξε βιαστικά ολόγυρά της —δεν υπήρχε κανείς στα παράθυρα· δεν την έβλεπε κανείς από το δρόμο— και, μαζεύοντας τα φουστάνια της, μπήκε στο στενό σοκάκι που κατέληγε δίπλα στο δωμάτιο το οποίο μοιραζόταν με την Ηλαίην.
Για μια στιγμή δίστασε, καθώς σκούπιζε τις ιδρωμένες παλάμες στο φόρεμά της και θυμόταν τι είχε πει η Μπιργκίτε. Ήξερε ότι κατά βάθος ήταν δειλή, όσο κι αν μισούσε τον εαυτό της γι’ αυτό. Κάποτε νόμιζε ότι ήταν ηρωίδα. Όχι ηρωίδα σαν τη Μπιργκίτε, αλλά πάντως αρκετά γενναία. Ο κόσμος της είχε δείξει το σφάλμα της. Και μόνο στη σκέψη του τι θα της έκαναν οι αδελφές αν την έπιαναν, της ερχόταν να γυρίσει και να πάει τρεχάλα στην Τέοντριν. Ήταν ελάχιστες οι πιθανότητες να βρει παράθυρο στο δωμάτιο όπου ήταν οι Καθήμενες. Απειροελάχιστες.
Προσπάθησε να φέρει λίγη υγρασία στο στόμα της —πώς ήταν δυνατόν να έχει τόσο ξερό στόμα τη στιγμή που η υπόλοιπη είχε μουλιάσει;— και πλησίασε με προσοχή. Κάποια μέρα θα ήθελε να καταλάβει πώς ήταν να νιώθεις γενναία, σαν τη Μπιργκίτε και την Ηλαίην, αντί να είναι δειλή.
Το ξόρκι φύλαξης δεν προκάλεσε καμία αίσθηση στο κορμί της όταν πέρασε από μέσα του. Δεν το ένιωσε καθόλου. Ήξερε ότι δεν θα το ένιωθε. Δεν θα συνέβαινε τίποτα αν το άγγιζε, αλλά πάντως κόλλησε το κορμί της στον τραχύ, πέτρινο τοίχο. Τα αναρριχητικά που κρέμονταν από τις σχισμάδες του χάιδεψαν το πρόσωπό της.
Προχώρησε έτσι ακολουθώντας τον τοίχο προς το κοντινότερο παράθυρο — και παραλίγο θα γυρνούσε επιτόπου να το σκάσει. Ήταν κλεισμένο, το τζάμι έλειπε και στη θέση του είχαν βάλει ένα λαδωμένο πανί, το οποίο μπορεί να άφηνε φως να περνά αλλά δεν της επέτρεπε να δει τίποτα. Ούτε και να ακούσει τίποτα· πάντως, δεν ακουγόταν τίποτα, ακόμα κι αν ήταν κανείς από την άλλη μεριά. Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε τοίχο-τοίχο στο διπλανό παράθυρο. Κι εκεί το ένα παραθυρόφυλλο είχε αντικατασταθεί από πανί, όμως το άλλο έδειχνε ένα ετοιμόρροπο τραπεζάκι που κάποτε ήταν στολισμένο με σμιλέματα, φορτωμένο χαρτιά και μελανοδοχεία, με μερικές καρέκλες πλάι του, ενώ το δωμάτιο κατά τα άλλα ήταν άδειο.
Μουρμουρίζοντας μια βλαστήμια που είχε ακούσει από την Ηλαίην —αυτή η κοπέλα είχε αξιοσημείωτο απόθεμα για ώρα ανάγκης— προχώρησε ψηλαφητά ακολουθώντας την τραχιά πέτρα. Το τρίτο παράθυρο ήταν ανοιχτό προς τα έξω. Πλησίασε το κεφάλι κοντύτερα. Και τινάχτηκε πίσω. Δεν πίστευε ότι θα έβρισκε στ’ αλήθεια κάτι, όμως να που ήταν εκεί η Τάρνα. Όχι μαζί με τις Καθήμενες, αλλά με τη Σέριαμ και τη Μυρέλ και τη συνηθισμένη παρέα τους. Η Νυνάβε θα είχε ακούσει τα μουρμουρητά τους πριν κοιτάξει, αν δεν βροντοχτυπούσε τόσο η καρδιά της.