Γονάτισε και πλησίασε το πλαίσιο του παραθύρου όσο μπορούσε χωρίς να φαίνεται από εκείνες που ήταν μέσα. Το κάτω μέρος του παραθυρόφυλλου άγγιξε το κεφάλι της.
«...σίγουρες ότι αυτό το μήνυμα θέλετε να μεταφέρω;» Η ατσάλινη φωνή πρέπει να ήταν της Τάρνα. «Ζητάτε κι άλλο χρόνο για να το συλλογιστείτε; Τι να συλλογιστεί κανείς;»
«Η Αίθουσα—» άρχισε να λέει η Σέριαμ.
«Η Αίθουσα», χλεύασε η απεσταλμένη του Πύργου. «Μη με περνάτε για τυφλή που δεν βλέπει σε ποια χέρια είναι η εξουσία. Η περιβόητη Αίθουσα θα σκεφτεί ό,τι της πείτε εσείς οι έξι να σκεφτεί».
«Η Αίθουσα ζήτησε κι άλλο χρόνο», είπε σταθερά η Μπεόνιν. «Ποιος ξέρει τι απόφαση θα πάρει;»
«Η Ελάιντα θα πρέπει να περιμένει την απόφασή της», είπε η Μόρβριν, μιμούμενη αρκετά καλά τον παγερό τόνο της Τάρνα. «Δεν μπορεί να περιμένει λίγο καιρό ακόμα για να δει τον Πύργο πάλι ενωμένο;»
Η απάντηση της Τάρνα, όμως, ήταν ακόμα πιο ψυχρή. «Θα μεταφέρω στην Άμερλιν το μήνυμά σας... δηλαδή το μήνυμα της Αίθουσας. Για να δούμε τι θα πει». Μια πόρτα άνοιξε και έκλεισε με έναν οξύ κρότο.
Της Νυνάβε της ήρθε να ουρλιάξει από τη σύγχυση. Τώρα ήξερε την απάντηση, αλλά όχι την ερώτηση. Μακάρι να την είχαν αφήσει να φύγει λιγάκι νωρίτερα η Τζάνυα κι η Ντελάνα. Πάντως ήταν προτιμότερο από το τίποτα. Προτιμότερο από το «Θα επιστρέψουμε και θα υπακούμε στην Ελάιντα». Δεν υπήρχε λόγος να μείνει κι άλλο εκεί, αφού μπορεί να κοίταζε καμία έξω και να την έβλεπε.
Έκανε να απομακρυνθεί και τότε η Μυρέλ είπε, «Ίσως θα έπρεπε απλώς να στείλουμε ένα μήνυμα. Ίσως θα έπρεπε να την καλέσουμε χωρίς πολλά-πολλά». Η Νυνάβε έσμιξε τα φρύδια και σταμάτησε εκεί που ήταν. Ποια;
Η Μπεόνιν με σταθερή φωνή ακριβώς μόλις σταμάτησε να μιλά η άλλη. «Πρέπει να τηρήσουμε στο έπακρο το γράμμα του νόμου. Το παραμικρό στραβοπάτημα αν κάνουμε, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας».
«Κι αν έχουμε κάνει λάθος;» Η Καρλίνυα φαινόταν αναστατωμένη, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της. «Πόσο να περιμένουμε; Πόσο τολμάμε να περιμένουμε;»
«Όσο χρειαστεί», είπε η Μόρβριν.
«Όσο πρέπει». Αυτό το είπε η Μπεόνιν. «Δεν περίμενα τόσον καιρό το πειθήνιο παιδί μόνο και μόνο για να εγκαταλείψουμε τώρα όλα μας τα σχέδια».
Για κάποιο λόγο επικράτησε σιωπή, αν και της Νυνάβε της φάνηκε ότι άκουσε κάποια να μουρμουρίζει ξανά τη λέξη «πειθήνιο», σαν να την εξέταζε. Ποιο παιδί; Κάποια μαθητευόμενη ή Αποδεχθείσα; Δεν έβγαινε νόημα. Οι Καθήμενες ποτέ δεν περίμεναν τις μαθητευόμενες ή τις Αποδεχθείσες.
«Τόσο που προχωρήσαμε, δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, Καρλίνυα», είπε τελικά η Σέριαμ. «Ή θα τη φέρουμε εδώ για να κάνει αυτό που πρέπει, ή θα τα αφήσουμε όλα στην Αίθουσα κι ας ελπίσουμε να μην μας οδηγήσει στην καταστροφή». Από τον τόνο της, φαινόταν να θεωρεί απίθανο το τελευταίο.
«Ένα στραβοπάτημα», είπε ψυχρά η Καρλίνυα, πιο ψυχρά απ’ όσο συνήθως, «και θα τελειώσουν όλα με τα κεφάλια μας κομμένα και καρφωμένα σε πασσάλους».
«Μα ποιος θα τα βάλει εκεί;» ρώτησε η Ανάγια σκεπτικά. «Η Ελάιντα, η Αίθουσα ή ο Ραντ αλ’Θόρ;»
Η σιωπή τράβηξε πολύ, οι φούστες θρόισαν, κι η πόρτα ανοιγόκλεισε ξανά.
Η Νυνάβε ρίσκαρε να ρίξει μια ματιά. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Αφησε έναν ήχο ενόχλησης. Δεν ήταν μεγάλη παρηγοριά το ότι είχαν αποφασίσει να τηρήσουν στάση αναμονής· η τελική απάντηση μπορεί να ήταν οτιδήποτε. Το σχόλιο της Ανάγια έδειχνε ότι ακόμα έδειχναν την ίδια επιφυλακτικότητα για τον Ραντ όσο και για την Ελάιντα. Και ποιο ήταν το «πειθήνιο παιδί»; Όχι, αυτό δεν είχε σημασία. Μπορεί να είχαν πενήντα σχέδια σε εξέλιξη, για τα οποία η Νυνάβε δεν είχε ιδέα.
Το ξόρκι φύλαξης έσβησε κι η Νυνάβε τινάχτηκε. Ήταν ώρα να φεύγει από κει. Στάθηκε στα πόδια της, ξεσκονίστηκε δυνατά καθώς απομακρυνόταν από τον τοίχο. Ένα βήμα μόνο μπόρεσε να κάνει. Σταμάτησε, σκυμμένη με το χέρι στα λερωμένα σημεία του φορέματός της, κοιτώντας την Τέοντριν.
Η ροδομάγουλη Ντομανή την κοίταξε κατάματα, χωρίς να πει λέξη.
Η Νυνάβε συλλογίστηκε κι απέρριψε τον ανόητο ισχυρισμό ότι έψαχνε κάτι που της είχε πέσει. Αντί γι’ αυτό, ίσιωσε το κορμί της κι απομακρύνθηκε αργά προσπερνώντας την άλλη γυναίκα σαν να μην υπήρχε τίποτα που να απαιτεί εξήγηση. Η Τέοντριν ήρθε δίπλα της και την ακολούθησε σιωπηλά, με τα χέρια σταυρωμένα στη μέση της. Η Νυνάβε σκέφτηκε τι μπορούσε να κάνει. Μπορούσε να βαρέσει την Τέοντριν στο κεφάλι και να το βάλει στα πόδια. Μπορούσε να πέσει στα γόνατα και να ικετέψει. Κι οι δύο ιδέες είχαν αρκετά τρωτά σημεία σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης της, αλλά δεν της ερχόταν τίποτα ενδιάμεσο.