«Είσαι ψύχραιμη;» ρώτησε η Τέοντριν, κοιτώντας ίσια μπροστά.
Η Νυνάβε τινάχτηκε. Αυτές ήταν οι οδηγίες που της είχε δώσει η Τέοντριν μετά την χθεσινή απόπειρα να σπάσει το φραγμό της. Να είσαι ψύχραιμη, πολύ ψύχραιμη· να κάνεις μόνο ήρεμες, συγκροτημένες σκέψεις. «Φυσικά», είπε, γελώντας αδύναμα. «Υπάρχει λόγος να ταραχτώ;»
«Ωραία», είπε ατάραχα η Τέοντριν. «Σήμερα θέλω να δοκιμάσουμε κάτι πιο... άμεσο».
Η Νυνάβε την κοίταξε. Καμία ερώτηση; Καμία κατηγορία; Έτσι όπως πήγαινε η μέρα της, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι την είχε γλιτώσει τόσο φτηνά.
Δεν κοίταξε το πέτρινο κτήριο πίσω της, κι έτσι δεν είδε τη γυναίκα που κοίταζε τις δυο τους από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου.
13
Κάτω από τη Σκόνη
Η Νυνάβε αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να ξεπλέξει τα μαλλιά της, που ήταν τυλιγμένα με μια τριμμένη πετσέτα με κόκκινες ρίγες, ενώ κοίταζε το φόρεμα και το μισοφόρι της, που ήταν ριγμένα στις καρέκλες κι έσταζαν στα σκουπισμένα σανίδια του πατώματος. Μια άλλη φθαρμένη πετσέτα, με πράσινες κι άσπρες ρίγες, αρκετά μεγαλύτερη, έπαιζε προσωρινά το ρόλο ενός ρούχου. «Τώρα ξέρουμε ότι το σοκ δεν φέρνει αποτέλεσμα», μούγκρισε στην Τέοντριν κι έκανε ένα μορφασμό. Το σαγόνι της πονούσε και το μάγουλό της έτσουζε ακόμα. Η Τέοντριν ήταν χειροδύναμη κι είχε γρήγορα αντανακλαστικά. «Τώρα μπορώ να διαβιβάσω, αλλά για μια στιγμή τότε το σαϊντάρ ήταν το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόμουν». Μια στιγμή πλημμύρας, που η Νυνάβε πάσχιζε να πάρει ανάσα, όταν οι σκέψεις είχαν υποχωρήσει και το ένστικτο είχε αναλάβει τα ηνία.
«Τέλος πάντων, διαβίβασε τώρα για να στεγνώσεις τα ρούχα σου», μουρμούρισε η Τέοντριν.
Αισθάνθηκε καλύτερα το σαγόνι της, καθώς έβλεπε την Τέοντριν να κοιτάζει ένα σπασμένο τρίγωνο κομμάτι του καθρέφτη και να αγγίζει το μάτι της. Η σάρκα έμοιαζε λιγάκι πρησμένη, κι υποψιαζόταν ότι χωρίς Θεραπεία η άλλη γυναίκα θα αποκτούσε μια εντυπωσιακή μελανιά. Ούτε κι η ίδια η Νυνάβε ήταν καμιά αδύναμη γυναίκα. Η μελανιά ήταν το λιγότερο που άξιζε στην Τέοντριν!
Ίσως κι η Ντομανή να σκεφτόταν το ίδιο, επειδή αναστέναξε. «Δεν θα το ξαναδοκιμάσω. Αλλά, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, θα σε μάθω να παραδίνεσαι στο σαϊντάρ χωρίς να βγαίνεις εκτός εαυτού από το θυμό σου».
Η Νυνάβε κοίταξε συνοφρυωμένη τα μουσκεμένα ρούχα της και στάθηκε συλλογισμένη για μια στιγμή. Δεν είχε ξανακάνει ποτέ κάτι τέτοιο. Απαγορευόταν αυστηρά να κάνεις αγγαρείες με τη Δύναμη, κι υπήρχε βάσιμος λόγος. Το σαϊντάρ ήταν μαυλιστικό. Όσο περισσότερο διαβίβαζες, τόσο περισσότερο ήθελες να διαβιβάζεις, κι όσο περισσότερο ήθελες να διαβιβάζεις, τόσο μεγαλύτερο ήταν το ρίσκο ότι τελικά θα αντλούσες πολύ σαϊντάρ και θα σιγανευόσουν ή θα σκοτωνόσουν. Η γλύκα της Αληθινής Πηγής τη γέμισε με ευκολία. Είχε συντελέσει σ’ αυτό ο κουβάς με νερό που είχε πετάξει η Τέοντριν, ενώ όσα είχαν συμβεί το υπόλοιπο πρωινό δεν είχαν βοηθήσει καθόλου. Μια απλή ύφανση Νερού τράβηξε όλη την υγρασία από τα ρούχα της, η οποία έσταξε στο πάτωμα, σχηματίζοντας λιμνούλα μαζί με τα νερά που είχαν μείνει από τον κουβά.
«Δεν ξέρω να παραδίνομαι», είπε. Εκτός από τις περιπτώσεις που δεν είχε νόημα να πολεμήσεις. Μόνο ένας βλάκας θα πολεμούσε όταν δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Δεν μπορούσε να ανασάνει κάτω από το νερό, δεν μπορούσε να πετάξει ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια — και δεν μπορούσε να διαβιβάσει παρά μόνο όταν ήταν θυμωμένη.
Η Τέοντριν, που κοίταζε συνοφρυωμένη τη λιμνούλα, έστρεψε το βλέμμα στη Νυνάβε και στήριξε τις γροθιές στους γοφούς της. «Το ξέρω πολύ καλά», είπε με υπερβολικά ήρεμο τόνο. «Σύμφωνα με όσα μου έχουν μάθει, κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορείς να διαβιβάζεις. Μου έμαθαν ότι πρέπει να είσαι ατάραχη για να διαβιβάσεις, ήρεμη και γαλήνια εντός σου, ανοιχτή, απολύτως υποχωρητική». Η λάμψη του σαϊντάρ την αγκάλιασε και ροές Νερού μάζεψαν τη λιμνούλα και τη μετέτρεψαν σε μια μπάλα που στεκόταν παράδοξα στο πάτωμα. «Πρέπει να υποχωρήσεις για να καθοδηγήσεις. Αλλά εσύ, Νυνάβε... όσο σκληρά κι αν προσπαθείς να υποχωρήσεις —σε έχω δει να προσπαθείς— πιάνεσαι με τα νύχια μέχρι τη στιγμή που η οργή σου σε κάνει να το ξεχάσεις». Ροές Αέρα ανύψωσαν την τρεμάμενη μπάλα. Για μια στιγμή φάνηκε στη Νυνάβε ότι η Τέοντριν σκόπευε να της την πετάξει, αλλά η υδάτινη σφαίρα έπλευσε στον αέρα του δωματίου και βγήκε από ένα ανοιχτό παράθυρο. Έπεσε με δυνατό παφλασμό και μια γάτα ούρλιαξε από έκπληξη κι οργή. Ίσως η απαγόρευση δεν ίσχυε όταν έφτανες στο επίπεδο της Τέοντριν.
«Δεν τ’ αφήνουμε έτσι, λέω εγώ;» Η Νυνάβε προσπάθησε να δείξει κεφάτη, αλλά της φάνηκε ότι δεν τα κατάφερε. Ήθελε να διαβιβάζει όποτε της ερχόταν η διάθεση. Αλλά, όπως έλεγε το παλιό ρητό, «αν οι ευχές ήταν φτερά, τα γουρούνια θα πετούσαν». «Να μη χάνουμε άδικα το—»