«Αφησε το», είπε η Τέοντριν, καθώς η Νυνάβε ετοιμαζόταν να χρησιμοποιήσει την ύφανση του νερού στα μαλλιά της. «Αφησε το σαϊντάρ κι άσε τα να στεγνώσουν κανονικά. Και βάλε τα ρούχα σου».
Η Νυνάβε στένεψε τα μάτια. «Δεν φαντάζομαι να μου ’χεις ετοιμάσει κι άλλη έκπληξη, ε;»
«Όχι. Προετοίμασε το μυαλό σου. Είσαι ένα μπουμπούκι που νιώθει τη θέρμη της Πηγής, έτοιμο να ανοιχτεί σ’ αυτή τη θέρμη. Το σαϊντάρ είναι το ποτάμι, εσύ η όχθη. Το ποτάμι είναι πιο δυνατό από την όχθη, αλλά η όχθη το περικλείει και το κατευθύνει. Αδειασε το μυαλό σου απ’ όλα εκτός από το μπουμπούκι. Δεν υπάρχει τίποτα στις σκέψεις σου εκτός από το μπουμπούκι. Εσύ είσαι το μπουμπούκι...»
Βάζοντας το μισοφόρι της, η Νυνάβε αναστέναξε, καθώς η φωνή της Τέοντριν συνέχιζε υπνωτιστικά. Ασκήσεις για μαθητευόμενες. Αν ήταν αποτελεσματικές για τη Νυνάβε, θα μπορούσε εδώ και πολύ καιρό να διαβιβάζει όποτε της ερχόταν. Θα έπρεπε να τα σταματήσει όλα αυτά και να δει τι πραγματικά μπορούσε να κάνει, αν παραδείγματος χάριν μπορούσε να πείσει την Ηλαίην να πάει στο Κάεμλυν. Αλλά ήθελε να πετύχει η Τέοντριν, έστω κι αν αυτό συνεπαγόταν δέκα κουβάδες με νερό. Οι Αποδεχθείσες δεν τα παρατούσαν· οι Αποδεχθείσες δεν έδειχναν απείθεια. Μισούσε να της λένε τι δεν μπορούσε να κάνει περισσότερο από το τι έπρεπε να κάνει.
Πέρασαν ώρες, και τώρα οι δυο τους κάθονταν αντικριστά σε ένα τραπέζι που έμοιαζε να προέρχεται από κάποια παρατημένη αγροικία, ώρες με επαναλήψεις ασκήσεων που μάλλον τις έκαναν κι οι μαθητευόμενες την ίδια εκείνη ώρα. Το μπουμπούκι κι η όχθη. Η καλοκαιριάτικη αύρα και το κελαρυστό ρυάκι. Η Νυνάβε προσπάθησε να γίνει σπόρος πικραλίδας που έπλεε στον άνεμο, η γη που έπινε την ανοιξιάτικη βροχή, η ρίζα που χωνόταν στο χώμα. Όλα αυτά δίχως αποτέλεσμα ή, τουλάχιστον, δίχως το αποτέλεσμα που ήθελε η Τέοντριν. Πρότεινε στη Νυνάβε ακόμα και να φανταστεί ότι βρισκόταν στην αγκαλιά ενός εραστή, κάτι που κατέληξε σε καταστροφή, αφού την έκανε να σκεφτεί τον Λαν, και πώς τολμούσε αυτός ο άνθρωπος να εξαφανίζεται έτσι! Αλλά κάθε φορά η σύγχυση της άναβε το θυμό σαν καυτό κάρβουνο σε ξερό χορτάρι και της έφερνε το σαϊντάρ. Η Τέοντριν την έβαζε να το αφήσει και να ξαναρχίσει, μαλακώνοντάς την, γαληνεύοντάς την. Ήταν τρελό το πώς αυτή η γυναίκα έμενε προσηλωμένη σ’ αυτό που ήθελε. Η Νυνάβε σκεφτόταν ότι η Τέοντριν μπορούσε να διδάξει πείσμα ακόμα και σε μουλάρια. Δεν ταραζόταν ποτέ· είχε τελειοποιήσει την τέχνη της γαλήνης. Της Νυνάβε της ερχόταν να αναποδογυρίσει έναν κουβά κρύο νερό στο κεφάλι της άλλης, για να δει αν θα της άρεσε. Αλλά, βέβαια, αν σκεφτόταν τον πόνο που είχε στο σαγόνι της, αυτή η ιδέα μπορεί να μην ήταν τόσο καλή.
Η Τέοντριν Θεράπευσε αυτό τον μικρό πόνο πριν φύγει η Νυνάβε, κάτι που εξαντλούσε τις ικανότητες της σε τούτο το Ταλέντο. Ύστερα από μια στιγμή, η Νυνάβε ανταπέδωσε τη Θεραπεία. Το μάτι της Τέοντριν είχε πάρει λαμπερό μπλαβί χρώμα και δεν άρεσε στη Νυνάβε που δεν θα το άφηνε στην άλλη γυναίκα για να προσέχει τι θα έκανε στο μέλλον, ωστόσο το σωστό ήταν να της το ανταποδώσει, κι οι φωνούλες και το ρίγος της Τέοντριν καθώς τη διέτρεχαν οι ροές του Πνεύματος, του Αέρα και του Νερού ήταν μια κάποια αποζημίωση για τις κραυγούλες της Νυνάβε όταν είχε νιώσει τον κουβά να αδειάζει πάνω της. Φυσικά, κι η ίδια είχε ριγήσει όταν τη Θεράπευε η Τέοντριν, αλλά δεν μπορούσες να τα έχεις όλα.
Έξω, ο ήλιος στεκόταν στα μισά της διαδρομής του προς τον δυτικό ορίζοντα. Πιο κάτω στο δρόμο, μια σειρά από διαδοχικές υποκλίσεις και γονυκλισίες απλώθηκε στο πλήθος και, όταν το ανθρωπομάνι άνοιξε, φάνηκε η Τάρνα Φάιρ να προχωρά σαν βασίλισσα που διέσχιζε χοιροτροφείο, με το επώμιο με τα κόκκινα κρόσσια ριγμένο στα μπράτσα της σαν επιδεικτικό λάβαρο. Η πόζα της ήταν ολοφάνερη ακόμα κι από πενήντα βήματα πιο πέρα, στον τρόπο που όρθωνε το κεφάλι, τον τρόπο που ανασήκωνε τα φουστάνια της για να μην αγγίξουν το χώμα, τον τρόπο του αγνοούσε ακόμα κι αυτούς που τη χαιρετούσαν με αβρότητα καθώς τους προσπερνούσε. Την πρώτη μέρα υπήρχαν λιγότερες αβρότητες και περισσότερα βλέμματα αψηφισιάς, όμως η Άες Σεντάι ήταν Λες Σεντάι, τουλάχιστον για τις αδελφές. Για να γίνει αυτό κατανοητό σε όλους, δύο Αποδεχθείσες, πέντε μαθητευόμενες και σχεδόν μια ντουζίνα υπηρέτες κι υπηρέτριες περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους κουβαλώντας τα σκουπίδια της κουζίνας και τα περιεχόμενα των δοχείων νυκτός στα δάση για να τα θάψουν.
Καθώς η Νυνάβε ξεγλιστρούσε και χανόταν, πριν προλάβει να τη δει η Τάρνα, το στομάχι της γουργούρισε τόσο δυνατά, που ένας άνδρας με ένα καλάθι γογγύλια στην πλάτη τη κοίταξε έκπληκτος. Είχε χάσει το πρωινό της στην απόπειρα της Ηλαίην να διαπεράσει το ξόρκι φύλαξης, το μεσημεριανό για τις ασκήσεις της Τέοντριν. Και δεν είχε ξεμπερδέψει μαζί της σήμερα. Η Τέοντριν της είχε δώσει οδηγίες να μην κοιμηθεί το βράδυ. Ίσως η εξάντληση να πετύχαινε εκεί που είχε αποτύχει το σοκ. Όλοι οι φραγμοί σπάνε, είχε πει η Τέοντριν, με φωνή γεμάτη από αδυσώπητη πεποίθηση, κι εγώ θα σπάσω τον δικό σον. Αρκεί να γίνει μια φορά. Μια φορά να διαβιβάσεις δίχως θυμό, και το σαϊντάρ θα είναι δικό σου.