Προς το παρόν, το μόνο που ήθελε η Νυνάβε ήταν ένα πιάτο φαΐ. Οι βοηθοί των μαγειρείων είχαν πιάσει να καθαρίζουν και κόντευαν να τελειώσουν, αλλά η μυρωδιά του βραστού αρνιού και του ψητού γουρουνόπουλου στα μαγειρεία έκανε τη μύτη της να τρεμουλιάσει. Συμβιβάστηκε με δύο μηλαράκια της συμφοράς, μια γωνιά γιδίσιο τυρί και μια φετούλα ψωμί. Η μέρα δεν έλεγε να καλυτερέψει.
Γυρνώντας στο δωμάτιο, βρήκε την Ηλαίην ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά στο κρεβάτι της. Η νεότερη γυναίκα την κοίταξε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι και μετά σήκωσε τα μάτια και συνέχισε να κοιτάζει το σκασμένο ταβάνι. «Σήμερα ήταν η χειρότερη μέρα, Νυνάβε», αναστέναξε. «Η Εσκαράλντε επιμένει να μάθει να φτιάχνει τερ’ανγκριάλ παρ’ όλο που δεν είναι αρκετά δυνατή, κι η Βάριλιν κάτι έκανε —δεν ξέρω τι— κι η πέτρα στην οποία δούλευε έγινε μια μπάλα από... κάτι σαν φωτιά... αν και δεν ήταν ακριβώς φωτιά... μέσα στα χέρια της. Νομίζω ότι θα πέθαινε, αν δεν ήταν η Νταγκντάρε· καμία άλλη εκεί δεν θα μπορούσε να τη Θεραπεύσει, και νομίζω ότι δεν προλαβαίναμε να φέρουμε κάποια. Έπειτα σκεφτόμουν τη Μάριγκαν —αν δεν μπορεί να μάθει πώς να εντοπίζει έναν άνδρα που διαβιβάζει, ίσως μπορούμε να μάθουμε να εντοπίζουμε το αποτέλεσμα της ανδρικής διαβίβασης· αν θυμάμαι καλά, η Μουαραίν είχε υπαινιχθεί ότι αυτό ήταν εφικτό. Έτσι νομίζω — εν πάση περιπτώσει, τη σκεφτόμουν, και κάποιος με άγγιξε στον ώμο, κι εγώ τσίριξα σαν να με είχαν τσιμπήσει με βελόνα. Ήταν ένας φουκαράς αγωγιάτης που ήθελε να με ρωτήσει για κάποια ανόητη φήμη, αλλά τον τρόμαξα κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας».
Πήρε ανάσα επιτέλους κι η Νυνάβε εγκατέλειψε την ιδέα να της πετάξει τα κουκούτσια του μήλου κι όρμησε στη στιγμιαία σιγή. «Πού είναι η Μάριγκαν;»
«Είχε τελειώσει το νοικοκυριό —με το πάσο της μάλιστα— κι έτσι την έστειλα στο δωμάτιό της. Ακόμα φοράω το βραχιόλι. Βλέπεις;» Ανέμισε το χέρι και το ξανάφησε να πέσει στο στρώμα, αλλά το ποτάμι των λέξεων δεν σταμάτησε να κυλά. «Έλεγε και ξανάλεγε με εκείνη τη φριχτή, γκρινιάρικη φωνή της ότι πρέπει να το σκάσουμε και να πάμε στο Κάεμλυν, κι εγώ δεν άντεχα να την ακούω στιγμή πια, μ’ όσα είχαν γίνει. Η τάξη των μαθητευομένων ήταν καταστροφή. Εκείνη η φριχτή γυναίκα, η Κήτλιν —που έχει τη μύτη;— μουρμούριζε συνεχώς ότι στην πατρίδα της δεν θα άφηνε ένα κοριτσόπουλο να της δίνει διαταγές, κι η Φαολάιν ήρθε όλο τουπέ και ζητούσε να μάθει γιατί είχα τη Νίκολα στην τάξη —πού να ξέρω εγώ ότι η Νίκολα της έκανε δουλειές;— και μετά της Ιμπρέλα της ήρθε να δει πόσο μεγάλη φλόγα μπορούσε να φτιάξει και παραλίγο θα έβαζε φωτιά σε ολόκληρη την τάξη, κι η Φαολάιν μου έβαλε τις φωνές μπροστά σε όλο τον κόσμο επειδή άφηνα τις μαθήτριες να κάνουν του κεφαλιού τους, κι η Νίκολα είπε ότι—»
Η Νυνάβε εγκατέλειψε τις προσπάθειές της να παρεμβάλει κι αυτή δυο λόγια —ίσως τελικά έπρεπε να της είχε πετάξει τα κουκούτσια— κι απλώς φώναξε, «Νομίζω ότι η Μογκέντιεν έχει δίκιο!»
Το όνομα έκανε την άλλη γυναίκα να κλείσει το στόμα και να ανακαθίσει κοιτώντας την. Η Νυνάβε άθελά της κοίταξε τριγύρω για να δει μήπως είχε ακουστεί, παρ’ όλο που βρισκόταν στο δικό τους δωμάτιο.
«Τι χαζομάρα ήταν αυτή, Νυνάβε».
Η Νυνάβε δεν ήξερε αν μιλούσε για την πρότασή της ή για το ότι είχε πει δυνατά το όνομα της Μογκέντιεν, και δεν σκόπευε να ρωτήσει. Κάθισε στο κρεβάτι της απέναντι από την Ηλαίην κι ίσιωσε τα φουστάνια της. «Όχι. Πλησιάζει η μέρα που ο Τζάριλ κι ο Σιβ θα ξεφουρνίσουν ότι η Μάριγκαν δεν είναι η μητέρα τους, αν δεν το έχουν ήδη κάνει. Είσαι έτοιμη για τις ερωτήσεις που θα προκύψουν; Εγώ όχι. Πλησιάζει η μέρα που κάποια Άες Σεντάι θα αρχίσει να ψάχνει το πώς μπορώ να ανακαλύπτω πράγματα δίχως να είμαι έξαλλη από την αυγή ως το σούρουπο. Το αναφέρουν οι μισές Άες Σεντάι που συναντώ στο δρόμο μου, κι η Νταγκντάρα τώρα τελευταία με κοιτάζει παράξενα. Πέρα απ’ αυτό, εδώ δεν κάνουν τίποτα, μόνο κάθονται. Εκτός αν αποφασίσουν να επιστρέψουν στον Πύργο. Τρύπωσα κι άκουσα την Τάρνα να μιλά με τη Σέριαμ—»