«Η θέση μου είναι εδώ, Άες Σεντάι». Η φωνή της Ηλαίην ήταν ακόμα ευχάριστη, αλλά ύψωσε το σαγόνι με τρόπο που ανταγωνιζόταν την αλαζονεία της Τάρνα. «Θα επιστρέψω στον Πύργο όταν επιστρέψουν κι οι άλλες».
«Καταλαβαίνω», είπε ανέκφραστα η Κόκκινη. «Πολύ καλά. Άφησε μας τώρα. Θέλω να μιλήσω κατ’ ιδίαν με την αδέσποτη».
Η Νυνάβε κι η Ηλαίην κοιτάχτηκαν, όμως η Ηλαίην δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο να κλίνει το γόνυ και να φύγει.
Όταν έκλεισε η πόρτα, μια εκπληκτική αλλαγή φάνηκε στην Τάρνα. Κάθισε στο κρεβάτι της Ηλαίην κι ανέβασε τα πόδια, σταυρώνοντας τα στους αστραγάλους, γέρνοντας πίσω στο ραγισμένο προσκεφάλι, με τα χέρια σταυρωμένα στο στομάχι. Το πρόσωπό της πήρε μια ζεστή έκφραση και μάλιστα χαμογέλασε. «Δείχνεις ανήσυχη. Μην ανησυχείς. Δεν θα σε δαγκώσω».
Η Νυνάβε ίσως την πίστευε αν τα μάτια της δεν είχαν παραμείνει ίδια. Το χαμόγελο δεν είχε φτάσει ως εκεί· αντιθέτως, φαίνονταν δέκα φορές σκληρότερα, εκατό φορές ψυχρότερα. Ο συνδυασμός της έφερε ανατριχίλα. «Δεν είμαι ανήσυχη», είπε μουδιασμένα, στυλώνοντας τα πόδια στο πάτωμα για να μην τα σέρνει νευρικά.
«Α. Προσβλήθηκες, ε; Γιατί; Επειδή σε αποκάλεσα “αδέσποτη”; Ξέρεις, κι εγώ αδέσποτη είμαι. Η ίδια η Γκαλίνα Κάσμπαν έσπασε το φραγμό μου. Ήξερε το Άτζα μου πολύ καιρό πριν το καταλάβω η ίδια, κι έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον σε μένα. Πάντα έτσι κάνει σε εκείνες για τις οποίες πιστεύει ότι θα επιλέξουν το Κόκκινο». Κούνησε το κεφάλι, γελώντας, με μάτια σαν παγωμένα μαχαίρια. «Πέρασα ώρες ουρλιάζοντας και κλαίγοντας πριν μπορέσω να βρω το σαϊντάρ χωρίς να έχω τα μάτια κλεισμένα· δεν μπορείς να υφάνεις αν δεν βλέπεις τις ροές. Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, η Τέοντριν χρησιμοποιεί πιο ήπιες μεθόδους μαζί σου».
Η Νυνάβε έσυρε τα πόδια άθελά της. Αποκλείεται να δοκίμαζε τέτοιο πράγμα η Τέοντριν. Αποκλείεται. Ίσιωσε τα γόνατα αλλά αυτό δεν έκανε κάτι για την ταραχή που ένιωθε στο στομάχι της. Δεν έπρεπε να προσβληθεί λοιπόν, ε; Έπρεπε να ξεχάσει και το «σακάτισσα»; «Περί τίνος ήθελες να μου μιλήσεις, Άες Σεντάι;»
«Η Άμερλιν θέλει να βεβαιωθεί ότι η Ηλαίην είναι σώα κι αβλαβής, όμως από πολλές πλευρές είσαι εξίσου σημαντική. Ίσως περισσότερο. Αυτά που έχεις στο μυαλό σου για τον Ραντ αλ’Θόρ ίσως είναι ανεκτίμητης αξίας. Όπως κι αυτά που ξέρει η Εγκουέν αλ’Βέρ. Ξέρεις πού είναι αυτή;»
Η Νυνάβε θέλησε να σκουπίσει τον ιδρώτα από το πρόσωπό της, αλλά άφησε τα χέρια της κατεβασμένα στο πλάι όπως ήταν. «Έχω καιρό να τη δω, Άες Σεντάι». Μήνες είχε να τη δει, από την τελευταία φορά που είχαν ανταμώσει στον Τελ’αράν’ριοντ. «Μήπως θα μπορούσα να ρωτήσω τι...» Κανένας στο Σαλιντάρ δεν αποκαλούσε Άμερλιν την Ελάιντα, όμως η Νυνάβε θεωρητικά έπρεπε να της δείχνει σεβασμό. «...τι σκοπεύει να κάνει η Άμερλιν για τον Ραντ;»
«Τι σκοπεύει, παιδί μου; Ο άνθρωπος είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Η Άμερλιν το ξέρει και σκοπεύει να του αποδώσει τις τιμές που του αξίζουν». Μια υποψία έντασης φάνηκε στη φωνή της Τάρνα. «Σκέψου, παιδί μου. Αυτές εδώ θα επιστρέψουν στο ποίμνιο όταν αντιληφθούν καλά τι πάνε να κάνουν, όμως ίσως κάθε μέρα να είναι πολύτιμη. Τρεις χιλιάδες χρόνια ο Λευκός Πύργος καθοδηγούσε τους μονάρχες· θα υπήρχαν περισσότεροι πόλεμοι κι άλλα δεινά χωρίς τον Πύργο. Ο κόσμος θα βρεθεί στο κατώφλι του ολέθρου, αν ο αλ’Θόρ στερηθεί αυτή την καθοδήγηση. Αλλά δεν μπορείς να καθοδηγήσεις αυτό που ξέρεις, όπως δεν θα μπορούσα να διαβιβάσω με τα μάτια κλεισμένα. Το καλύτερο γι’ αυτόν είναι να επιστρέψεις μαζί μου και να προσφέρεις τώρα στην Άμερλιν ό,τι γνωρίζεις γι’ αυτόν, όχι βδομάδες και μήνες μετά. Αυτό είναι καλύτερο και για σένα επίσης. Εδώ δεν θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις Άες Σεντάι. Η Ράβδος των Όρκων βρίσκεται στον Πύργο. Η δοκιμασία μπορεί να γίνει μόνο στον Πύργο».
Τα μάτια της Νυνάβε έτσουζαν από τον ιδρώτα, αυτή όμως αρνιόταν να βλεφαρίσει. Μήπως η Τάρνα νόμιζε ότι η Νυνάβε θα δεχόταν δωροδοκία; «Η αλήθεια είναι ότι δεν πέρασα μεγάλο διάστημα μαζί του. Εγώ ζούσα στο χωριό, βλέπεις, ενώ εκείνος σε μια φάρμα κατά το Δυτικό Δάσος. Το μόνο που θυμάμαι είναι ένα αγόρι που ποτέ δεν άκουγε τη φωνή της λογικής. Έπρεπε να τον πιέσεις για να κάνει κάτι, ή να τον αναγκάσεις. Φυσικά, όλα αυτά όταν ήταν μικρό παιδί. Που να ξέρω αν έχει αλλάξει. Οι περισσότεροι άνδρες είναι απλώς αγοράκια που ψήλωσαν, όμως αυτός μπορεί και να άλλαξε».
Η Τάρνα έμεινε για μια μεγάλη στιγμή να την κοιτάζει. Μια ατέλειωτη στιγμή, με κείνο το παγερό βλέμμα. «Λοιπόν», είπε τελικά, και βρέθηκε με χάρη όρθια, τόσο γοργά που η Νυνάβε σχεδόν οπισθοχώρησε, αν και δεν υπήρχε χώρος στο δωματιάκι για κάτι τέτοιο. Το ανησυχητικό χαμόγελο έμεινε χαραγμένο στο πρόσωπό της. «Τι παράξενη ομάδα που συγκεντρώθηκε εδώ. Δεν τις έχω δει, αλλά εξ όσων γνωρίζω η Σιουάν Σάντσε κι η Ληάνε Σάριφ τιμούν με την παρουσία τους το Σαλιντάρ. Η συνετή γυναίκα δεν θα συγχρωτιζόταν με τέτοιο κόσμο. Κι ίσως με κάποιους άλλους παράξενους ανθρώπους, ε; Θα ήταν πολύ καλύτερο για σένα αν ερχόσουν μαζί μου. Φεύγω το πρωί. Πες μου απόψε αν πρέπει να περιμένω ότι θα σε συναντήσω στο δρόμο».