Выбрать главу

Όταν βρέθηκε στο κρεβάτι της με το πιτσιλωτό πέτρινο τερ’ανγκριάλ στο κορδόνι γύρω από το λαιμό της με το βαρύ δαχτυλίδι-σφραγίδα του Λαν κι έσβησε το κερί, μόνο τότε θυμήθηκε τις οδηγίες της Τέοντριν. Ήταν πολύ αργά τώρα. Ούτως ή άλλως, η Τέοντριν δεν θα ήξερε αν η Νυνάβε κοιμόταν ή όχι. Μα πού ήταν αυτός ο Λαν;

Η ανάσα της Ηλαίην έγινε πιο αργή, η Νυνάβε ζάρωσε στο μαξιλαράκι της με ένα ελαφρύ αναστεναγμό, και...

...στεκόταν στο κάτω μέρος του κρεβατιού της, κοιτώντας μια ομιχλώδη Ηλαίην στο όχι ακριβώς φως της νύχτας του Τελ’αράν’ριοντ. Εδώ δεν ήταν κανείς για να τις δει. Μπορεί να τριγυρνούσαν η Σέριαμ ή κάποια άλλη του κύκλου της, μπορεί η Σιουάν ή η Ληάνε. Η αλήθεια ήταν ότι οι δύο τους είχαν δικαίωμα να επισκέπτονται τον Κόσμο των Ονείρων, αλλά στη αποψινή αναζήτηση δεν ήθελαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις. Απ’ ό,τι φαινόταν, η Ηλαίην θεωρούσε ότι είχαν βγει για κυνήγι· συνειδητά ή όχι, είχε ντυθεί σαν τη Μπιργκίτε, με πράσινο σακάκι και λευκό παντελόνι. Κοίταξε το ασημένιο τόξο στο χέρι της, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, και το τόξο εξαφανίστηκε μαζί με τη φαρέτρα.

Η Νυνάβε κοίταξε τα δικά της ρούχα κι αναστέναξε. Μια γαλάζια μεταξωτή τουαλέτα, κεντημένη με χρυσά λουλούδια στο χαμηλό ντεκολτέ και με πλεγμένες γραμμές που κατηφόριζαν τη μακριά φούστα. Ένιωσε στα πόδια της βελούδινα παπούτσια χορού. Δεν είχε σημασία τι φορούσες στον Τελ’αράν’ριοντ, αλλά τι την είχε πιάσει να τα διαλέξει; «Αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να μην πετύχουμε», είπε, αλλάζοντας και βάζοντας καλά, απλά, μάλλινα ρούχα των Δύο Ποταμών και γερά παπούτσια. Η Ηλαίην δεν είχε δικαίωμα να χαμογελά έτσι. Ασημένιο τόξο. Χα! «Υποτίθεται πως πρέπει να έχουμε κάποια ιδέα τι ζητάμε, να έχουμε κάτι γι’ αυτό».

«Δεν γίνεται αλλιώς, Νυνάβε. Σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, οι Σοφές είπαν ότι το κλειδί είναι η ανάγκη, όσο πιο μεγάλη ανάγκη τόσο το καλύτερο, και χρειαζόμαστε κάτι, αλλιώς η βοήθεια που υποσχεθήκαμε στον Ραντ θα εξαφανιστεί και θα μείνει μόνο αυτή που είναι διατεθειμένη να του δώσει η Ελάιντα. Δεν θα το αφήσω έτσι, Νυνάβε, δεν θα το αφήσω».

«Κάνε κράτει. Ούτε κι εγώ θα το αφήσω, αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε. Αφού το αρχίσαμε, ας προχωρήσουμε». Η Νυνάβε έδωσε τα χέρια στην Ηλαίην κι έκλεισε τα μάτια. Ανάγκη. Ευχόταν κάποιο μέρος του εαυτού της να είχε κάποια ιδέα για το τι χρειάζονταν. Μπορεί να μην συνέβαινε τίποτα. Ανάγκη. Ξαφνικά, τα πάντα φάνηκαν να γλιστρούν ολόγυρα της· ένιωσε τον Τελ’αράν’ριοντ να γέρνει και να στρίβει.

Ευθύς αμέσως άνοιξε τα μάτια. Κάθε βήμα που έκανες χρησιμοποιώντας ανάγκη, το έκανες εξ ανάγκης στα τυφλά, και μπορεί να σε έφερνε κοντύτερα σ’ αυτό που αναζητούσες, αλλά μπορεί να σε έριχνε σε ένα λάκκο με οχιές ή ίσως να σου δάγκωνε το πόδι κάποιο λιοντάρι που το είχες ενοχλήσει εκεί που κυνηγούσε τη λεία του.

Δεν υπήρχαν λιοντάρια, αλλά αυτό που υπήρχε ήταν ανησυχητικό. Ήταν ένα ολόλαμπρο μεσημέρι, αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε· εδώ ο χρόνος κυλούσε αλλιώτικα. Οι δυο τους κρατιόνταν από τα χέρια σε ένα δρόμο με καλντερίμι, με κτήρια από τούβλο και πέτρα τριγύρω τους. Πλουμιστές κορνίζες και περιζώματα διακοσμούσαν τόσο τα σπίτια όσο και τα μαγαζιά. Περίτεχνοι τρούλοι στόλιζαν τις στέγες, και γέφυρες πέτρινες και ξύλινες διέγραφαν τόξα πάνω από τους δρόμους, μερικές φορές σε ύψος δύο ή τριών ορόφων. Στις γωνιές του δρόμου ήταν μαζεμένοι σωροί από σκουπίδια, παλιά ρούχα και σπασμένα έπιπλα, ενώ τα ποντίκια έτρεχαν κατά δεκάδες, μερικές φορές σταματώντας για να μουρμουρίσουν δίχως φόβο προκλήσεις προς τις δυο τους. Άνθρωποι που ονειρεύονταν στα πρόθυρα του Τελ’αράν’ριοντ τρεμόπαιζαν καθώς εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν. Ένας άνδρας έπεσε τσιρίζοντας από μια γέφυρα και χάθηκε πριν φτάσει στο καλντερίμι. Μια γυναίκα που ούρλιαζε φορώντας σχισμένο φόρεμα, έτρεξε δέκα βήματα προς το μέρος τους και μετά έσβησε απότομα κι αυτή. Στους δρόμους αντιλαλούσαν κραυγές και φωνές που κόβονταν απότομα, και μερικές φορές τραχιά γέλια με μανιακό τόνο.

«Δεν μ’ αρέσει αυτό», είπε ανήσυχα η Ηλαίην.

Στο βάθος, ένας μεγάλος πύργος σε χρώμα άσπρο σαν κόκαλο ορθωνόταν πάνω από την πόλη, ξεπερνώντας κατά πολύ τους υπόλοιπους, πολλοί από τους οποίους ενώνονταν με γέφυρες, που έκαναν αυτή στην οποία ήταν τώρα να φαντάζει χαμηλή. Βρίσκονταν στην Ταρ Βάλον, στο σημείο όπου η Νυνάβε την άλλη φορά είχε δει φευγαλέα τη Ληάνε. Η Ληάνε είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό για το λόγο που την είχε φέρει εκεί· έτσι τόνιζε το δέος και το θρύλο που ήθελε τις Άες Σεντάι μυστηριώδεις, είχε ισχυριστεί μ’ ένα χαμόγελο.