Ανάγκη. Ένα τερ’ανγκριάλ. Όχι στην Ταρ Βάλον. Ανάγκη.
Αλλαγή.
Δεν ήξεραν πού ήταν, αλλά η πόλη με το αυγινό φως σίγουρα δεν ήταν η Ταρ Βάλον. Είκοσι βήματα παραπέρα, ο πλατύς πλακοστρωμένος δρόμος έβγαζε σε μια πλατιά πέτρινη γέφυρα, η οποία είχε αγάλματα και στις δύο άκρες και σχημάτιζε αψίδα πάνω από ένα κανάλι με όχθες από πελεκημένες πέτρες. Πενήντα βήματα προς την αντίθετη μεριά υπήρχε άλλη μια γέφυρα. Παντού ορθώνονταν λεπτοί πύργοι με μπαλκόνια ολόγυρα, σαν δόρατα που είχαν τρυπήσει στρογγυλές φέτες ολοστόλιστων ζαχαρωτών. Όλα τα κτήρια ήταν κάτασπρα, ενώ οι πόρτες και τα παράθυρα είχαν μεγάλες, μυτερές καμάρες, μερικές φορές διπλές ή και τριπλές. Στα πιο επιβλητικά κτήρια, τα μεγάλα μπαλκόνια με τα λευκοβαμμένα κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο και τα περίτεχνα διαχωριστικά από το ίδιο υλικό που έκρυβαν τους κατοίκους, κοίταζαν από ψηλά τους δρόμους και τα κανάλια, ενώ λευκοί θόλοι με πορφυρές ή χρυσές πλατιές ρίγες υψώνονταν και κατέληγαν σε μυτερές κορυφές σαν τους πύργους.
Ανάγκη. Αλλαγή.
Θα μπορούσε να ήταν διαφορετική πόλη. Ο δρόμος ήταν στενός, αλλού πλακοστρωμένος και αλλού όχι, και τον στρίμωχναν και από τις δύο πλευρές κτήρια τετραώροφα και πενταόροφα, που ο λευκός γύψος τους σε αρκετά σημεία ξεφλούδιζε και γύμνωνε τα τούβλα από πίσω. Δεν υπήρχαν μπαλκόνια εδώ. Βούιζαν μύγες, και με τις σκιές που έπεφταν χαμηλά στο έδαφος ήταν δύσκολο να πεις αν ήταν ακόμα ξημέρωμα.
Αντάλλαξαν μια ματιά. Φαινόταν απίθανο να έβρισκαν τερ’ανγκριάλ σε αυτό το μέρος, αλλά μιας κι είχαν φτάσει ως εδώ, δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Ανάγκη.
Αλλαγή.
Η Νυνάβε φτερνίστηκε πριν μπορέσει να ανοίξει τα μάτια, και ξαναφτερνίστηκε μόλις τα άνοιξε. Με κάθε κίνηση των ποδιών της τίναζε ένα σύννεφο σκόνη. Η αποθήκη αυτή δεν ήταν σαν την άλλη στον Πύργο. Το δωματιάκι ήταν γεμάτο κιβώτια, κασόνια και βαρέλια, στοιβαγμένα όπως-όπως το ένα πάνω στο άλλο, σχεδόν χωρίς να αφήνουν διάδρομο για να περνάς ανάμεσά τους, κι ένα πυκνό στρώμα σκόνης σκέπαζε τα πάντα. Η Νυνάβε φτερνίστηκε τόσο δυνατά που της φάνηκε ότι θα της έπεφταν τα παπούτσια — κι η σκόνη εξαφανίστηκε. Κι ο τελευταίος κόκκος. Η Ηλαίην είχε ένα αυτάρεσκο χαμογελάκι. Η Νυνάβε δεν είπε τίποτα, μόνο έβαλε καλά στο νου της το δωμάτιο δίχως τη σκόνη. Κακώς που δεν το είχε σκεφτεί.
Κοίταξε αυτόν τον χαμό κι αναστέναζε. Το δωμάτιο δεν ήταν μεγαλύτερο από εκείνο στο οποίο τα σώματά τους κείτονταν κοιμισμένα στο Σαλιντάρ, αλλά για να ψάξουν εκεί... «Θα μας πάρει βδομάδες».
«Μπορούμε να ξαναδοκιμάσουμε. Ίσως, τουλάχιστον, να μας δείξει ποια πράγματα να ψάξουμε». Η φωνή της Ηλαίην είχε την ίδια αμφιβολία που ένιωθε μέσα της η Νυνάβε.
Πάντως δεν ήταν κακή ιδέα. Η Νυνάβε έκλεισε τα μάτια κι άλλη μια φορά ήρθε η αλλαγή.
Όταν τα ξανάνοιξε, στεκόταν στο τέλος του διαδρόμου, με την πλάτη προς την πόρτα, κοιτάζοντας ένα τετράγωνο ξύλινο σεντούκι που την έφτανε λίγο πιο ψηλά από τη μέση. Τα σιδερένια ελάσματα ήταν όλο σκουριά, και το σεντούκι φαινόταν καταχτυπημένο. Η Νυνάβε δεν μπορούσε να φανταστεί πιο απίθανη κρυψώνα για κάτι χρήσιμο, ειδικά για ένα τερ’ανγκριάλ. Όμως η Ηλαίην στεκόταν δίπλα της, κοιτάζοντας το ίδιο σεντούκι.
Η Νυνάβε ακούμπησε το καπάκι —οι μεντεσέδες θα άνοιγαν χωρίς πρόβλημα— και το άνοιξε. Δεν ακούστηκε το παραμικρό τρίξιμο. Μέσα υπήρχαν δύο σκουριασμένα σπαθιά κι ένας καφέ θώρακας στην ίδια κατάσταση με μια τρύπα από τη σκουριά, πάνω σε ένα σωρό από δεματάκια τυλιγμένα σε πανιά και πράγματα που έμοιαζαν να είναι απομεινάρια από την ντουλάπα γκαρνταρόμπας και μια-δυο παλιές κουζίνες κάποιου.
Η Ηλαίην άγγιξε με το δάχτυλο μια σπασμένη τσαγιέρα. «Όχι βδομάδες, αλλά θα φάμε όλη τη νύχτα».
«Αλλη μια φορά;» πρότεινε η Νυνάβε. «Κακό δεν κάνει». Η Ηλαίην σήκωσε τους ώμους. Τα μάτια έκλεισαν. Ανάγκη.
Η Νυνάβε άπλωσε το χέρι κι άγγιξε κάτι σκληρό και στρογγυλωπό, τυλιγμένο σε χαρτί που διαλυόταν. Όταν άνοιξε τα μάτια, το χέρι της Ηλαίην ήταν δίπλα στο δικό της. Στα χείλη της νεαρής είχε χαραχτεί ένα ενοχλητικά φωτεινό χαμόγελο.
Δυσκολεύτηκαν να βγάλουν το αντικείμενο. Δεν ήταν μικρό, και χρειάστηκε να μετακινήσουν φθαρμένα σακάκια και βαθουλωμένα κατσαρολικά και κιβώτια που διαλύονταν και φανέρωναν ειδώλια και σμιλεμένα ζώα και λογής-λογής σκουπίδια. Όταν το έβγαλαν, το κράτησαν μαζί· ήταν ένας πλατύς, κάπως επίπεδος δίσκος, τυλιγμένος σε σαπισμένο πανί. Βγάζοντας το πανί, είδαν ότι ήταν μια ρηχή γαβάθα από χοντρό κρύσταλλο· η διάμετρος ήταν πάνω από εξήντα εκατοστά και στο εσωτερικό είχε βαθιά χαραγμένες εικόνες που έμοιαζαν με σύννεφα που στροβιλίζονταν.