«Νυνάβε», έκανε αργά η Ηλαίην, «νομίζω ότι αυτό είναι...»
Η Νυνάβε τινάχτηκε και παραλίγο θα άφηνε από τα χέρια τη γαβάθα, καθώς αυτή έπαιρνε ένα ανοιχτό θαλασσί χρώμα και τα σμιλεμένα σύννεφα σάλευαν αργά. Μετά από μια στιγμή, το κρύσταλλο ήταν πάλι διαυγές και τα σμιλεμένα σύννεφα ακίνητα. Αλλά ήταν σίγουρη ότι τα σύννεφα δεν ήταν ίδια με πριν.
«Αυτό είναι», αναφώνησε η Ηλαίην. «Είναι τερ’ανγκριάλ. Και πάω στοίχημα ό,τι θες πως έχει κάποια σχέση με τον καιρό. Αλλά δεν είμαι αρκετά δυνατή για να το κάνω να λειτουργήσει μόνη μου».
Η Νυνάβε ξεροκατάπιε και πάσχισε να σιγάσει το βροντοχτύπημα της καρδιάς της. «Μη το κάνεις αυτό! Μα δεν καταλαβαίνεις ότι μπορεί να σιγανευτείς παίζοντας με ένα τερ’ανγκριάλ που δεν γνωρίζεις καν το σκοπό του;»
Η ανόητη κοπέλα είχε το θράσος να της ρίξει μια έκπληκτη ματιά. «Αυτό ακριβώς ήρθαμε να βρούμε, Νυνάβε. Νομίζεις ότι υπάρχει κανείς που ξέρει περισσότερα από μένα για τα τερ’ανγκριάλ;»
Η Νυνάβε ξεφύσηξε. Μπορεί να είχε δίκιο η Ηλαίην, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν έπρεπε να την προειδοποιήσει. «Δεν λέω ότι δεν είναι θαυμάσιο αν αυτό το πράγμα μπορεί να κάνει κάτι για τον καιρό —είναι, βέβαια— αλλά δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να κάνει αυτό που χρειαζόμαστε. Δεν θα κάνει την Αίθουσα να πάρει θέση ούτε υπέρ ούτε κατά του Ραντ».
«Αυτό που χρειάζεσαι δεν είναι πάντα αυτό που θέλεις», παρέθεσε η Ηλαίην. «Αυτό έλεγε η Λίνι όταν δεν με άφηνε να πάω ιππασία ή να σκαρφαλώσω δένδρα, αλλά ίσως να ισχύει κι εδώ».
Η Νυνάβε ξεφύσησε ξανά. Ίσως να ίσχυε, όμως αυτή τη στιγμή ήθελε αυτό που ήθελε. Ήταν πολύ αυτό που ζητούσε;
Η γαβάθα έσβησε από τα χέρια τους και τώρα ήταν η σειρά της Ηλαίην για να τιναχτεί, μουρμουρίζοντας ότι ποτέ δεν θα το συνήθιζε αυτό. Και το σεντούκι επίσης ήταν κλειστό.
«Νυνάβε, όταν διαβίβασα μέσα στη γαβάθα, ένιωσα... Νυνάβε, δεν είναι αυτό το μόνο τερ’ανγκριάλ σ’ αυτό το δωμάτιο. Νομίζω επίσης ότι υπάρχουν κι ανγκριάλ, ίσως ακόμα και σα’ανγκριάλ».
«Εδώ;» έκανε δύσπιστα η Νυνάβε, κοιτώντας ολόγυρα στο παραμελημένο δωματιάκι. Αλλά αν υπήρχε ένα, γιατί όχι δύο; Ή δέκα ή εκατό; «Φως μου, μην ξαναδιαβιβάσεις! Σκέψου αν κάνεις κάτι να λειτουργήσει κατά λάθος! Μπορεί να σιγανευτείς—»
«Ξέρω τι κάνω, Νυνάβε. Στ’ αλήθεια, ξέρω. Το επόμενο που έχουμε να κάνουμε τώρα οι δυο μας, είναι να βρούμε πού ακριβώς είμαστε».
Η δουλειά ήταν δύσκολη, όπως αποδείχθηκε. Μολονότι οι μεντεσέδες έμοιαζαν να είναι συμπαγείς μάζες σκουριάς, η πόρτα δεν ήταν εμπόδιο, εδώ στον Τελ’αράν’ριοντ. Τα προβλήματα άρχιζαν μετά. Ο σκοτεινός, στενός διάδρομος απ’ έξω είχε μόνο ένα παραθυράκι στην άκρη του, το οποίο έδειχνε μόνο έναν άσπρο τοίχο, όπου ο γύψος ξεφλούδιζε, απέναντι στο δρόμο. Κατέβηκαν μερικές στενές σκάλες αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Ο δρόμος απ’ έξω έμοιαζε με τον πρώτο που είχαν δει σ’ αυτή τη συνοικία της πόλης, όπου κι αν ήταν αυτή, κι όλα τα κτήρια ήταν σχεδόν ολόιδια μεταξύ τους. Τα μαγαζάκια του δρόμου δεν είχαν ταμπέλες, και το μόνο που έδειχνε τα πανδοχεία που υπήρχαν ήταν οι γαλάζιες πόρτες τους. Το κόκκινο χρώμα έμοιαζε να σημαίνει τα καπηλειά.
Η Νυνάβε προχώρησε προσπαθώντας να βρει κάποιο χαρακτηριστικό κτίσμα, κάτι που να μαρτυρεί την τοποθεσία τους. Κάτι που να λέει ποια πόλη ήταν αυτή. Κάθε δρομάκι που έβρισκε έμοιαζε με τα προηγούμενα, όμως δεν άργησε να βρει μια γέφυρα, από πέτρα δίχως διακοσμητικά, η οποία δεν είχε αγάλματα. Το κέντρο της καμάρας της έδειχνε μόνο το κανάλι που αντάμωνε άλλα κανάλια και προς τις δύο κατευθύνσεις, κι άλλες γέφυρες, κι άλλα κτήρια με λευκό γύψο που ξεφλούδιζε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνη της. «Ηλαίην». Σιωπή, με εξαίρεση τον αντίλαλο της φωνής της. «Ηλαίην; Ηλαίην!»
Η χρυσομάλλα εμφανίστηκε πίσω από μια γωνία κοντά στη βάση της γέφυρας. «Να’ σαι», είπε η Ηλαίην. «Τα λαγούμια των κουνελιών μοιάζουν καλά οργανωμένα σε σύγκριση με αυτό το μέρος. Μια στιγμή έστριψα το κεφάλι κι είχες χαθεί. Βρήκες τίποτα;»
«Τίποτα». Η Νυνάβε ξανάριξε μια ματιά στο κανάλι πριν πλησιάσει την Ηλαίην. «Απολύτως τίποτα το χρήσιμο».
«Τουλάχιστον μπορούμε να είμαστε βέβαιες για το πού βρισκόμαστε. Είναι το Έμπου Νταρ. Αυτό πρέπει να είναι». Το κοντό σακάκι και το φαρδύ παντελόνι της Ηλαίην μεταμορφώθηκαν σε πράσινη μεταξωτή εσθήτα με δαντέλες που χύνονταν στα χέρια της, ψηλό περίτεχνα κεντημένο κολάρο και στενό ντεκολτέ, βαθύ ώστε να αποκαλύπτει μεγάλο μέρος του στήθους της. «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη πόλη με τόσα κανάλια εκτός από το Ίλιαν, και σίγουρα δεν είναι το Ίλιαν».