Выбрать главу

«Ελπίζω να μην είναι», είπε ξεψυχισμένα η Νυνάβε. Δεν της είχε περάσει ποτέ από το νου ότι μια τυχαία έρευνα μπορεί να τις έφερνε στο λημέρι του Σαμαήλ. Κατάλαβε ότι το φόρεμά της είχε αλλάξει κι είχε γίνει ένα βαθύ μπλε μεταξωτό φόρεμα ταξιδίου, με ένα ασορτί λινό πανωφόρι για τη σκόνη. Εξαφάνισε το πανωφόρι, αλλά κράτησε τα υπόλοιπα.

«Θα σου άρεσε το Έμπου Νταρ, Νυνάβε. Οι Συνετές του Έμπου Νταρ ξέρουν περισσότερα απ’ όλους για τα βότανα. Μπορούν να θεραπεύσουν τα πάντα. Είναι αναγκασμένες, επειδή οι Εμπουνταρινοί μονομαχούν για ένα φτέρνισμα, είτε ευγενείς είτε λαϊκοί, είτε άνδρες είτε γυναίκες». Η Ηλαίην χαχάνισε. «Ο Θομ λέει ότι κάποτε υπήρχαν λεοπαρδάλεις εδώ, αλλά έφυγαν επειδή κατά τη γνώμη τους το Έμπου Νταρ ήταν άγριο μέρος».

«Ωραία και καλά όλα αυτά», της είπε η Νυνάβε, «αλλά εμένα δεν με νοιάζει αν αλληλοσκοτώνονται. Ηλαίην, δεν θα μπορούσα να γυρίσω σε κείνο το δωμάτιο από το σημείο που βρισκόμαστε, ακόμα κι αν μου υποσχόσουν ότι εκεί θα με περίμενε το επώμιο. Αν υπήρχε τρόπος να κάνουμε ένα χάρτη...» Έκανε μια γκριμάτσα. Ήταν σαν να ζητούσε φτερά στον ξυπνητό κόσμο. Αν μπορούσαν να βγάλουν ένα χάρτη από τον Τελ’αράν’ριοντ, θα έβγαζαν και τη γαβάθα.

«Τότε δεν μένει παρά να έρθουμε στο Έμπου Νταρ και να ψάξουμε», είπε με σταθερή φωνή η Ηλαίην. «Στον πραγματικό κόσμο. Τουλάχιστον ξέρουμε σε ποιο μέρος της πόλης να ψάξουμε».

Η Νυνάβε αναθάρρεψε. Το Έμπου Νταρ ήταν μόνο λίγες εκατοντάδες μίλια κάτω από το Σαλιντάρ στον Έλνταρ. «Καλή ιδέα μού φαίνεται. Έτσι θα ξεφύγουμε πριν γκρεμιστούν τα πάντα γύρω μας».

«Έλα τώρα, Νυνάβε. Αυτό είναι ακόμα το πιο σημαντικό για σένα;»

«Είναι κάτι σημαντικό. Σκέφτεσαι τίποτα άλλο που μπορούμε να κάνουμε εδώ;» Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι. «Τότε ας γυρίσουμε. Θα ήθελα λίγο πραγματικό ύπνο απόψε». Δεν μπορούσες να πεις πόσος χρόνος είχε περάσει στον ξυπνητό κόσμο όσο ήσουν στο Τελ’αράν’ριοντ· μερικές φορές, μια ώρα εκεί ήταν μια ώρα εδώ, μερικές φορές μια μέρα, ή περισσότερο. Ευτυχώς που δεν συνέβαινε το αντίθετο, απ’ όσο φαινόταν, τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό, αλλιώς υπήρχε το ενδεχόμενο να λιμοκτονήσεις στον ύπνο σου.

Η Νυνάβε βγήκε από το όνειρο...

...και τα μάτια της άνοιξαν πλατιά, κοιτώντας το μαξιλάρι της, που ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα σαν την ίδια. Ούτε πνοή αέρα δεν φυσούσε από το ανοιχτό παράθυρο. Η σιωπή είχε αγκαλιάσει το Σαλιντάρ κι ο δυνατότερος ήχος ήταν τα ψιλά κρωξίματα των ερωδιών της νύχτας. Ανακάθισε, έλυσε το κορδόνι γύρω από το λαιμό της κι έβγαλε το συστρεμμένο πέτρινο δαχτυλίδι, σταματώντας μια στιγμή για να αγγίξει το χοντρό χρυσό δαχτυλίδι του Λαν. Η Ηλαίην σάλεψε και μετά ανακάθισε μ’ ένα χασμουρητό και διαβίβασε για να ανάψει ένα μισολιωμένο κεράκι.

«Λες να βοηθήσει αυτό;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Νυνάβε.

«Δεν ξέρω». Η Ηλαίην κοντοστάθηκε κι έπνιξε ένα χασμουρητό με το χέρι της. Πώς μπορούσε, άραγε, αυτή η γυναίκα να δείχνει όμορφη όταν χασμουριόταν, με τα μαλλιά ανακατωμένα και μια κόκκινη αυλακιά από το μαξιλάρι να σημαδεύει το μάγουλό της; Να ένα μυστικό που έπρεπε να ερευνήσουν οι Λες Σεντάι. «Αυτό που ξέρω είναι ότι η γαβάθα ίσως μπορεί να κάνει κάτι για τον καιρό. Ξέρω ότι αυτή η κρύπτη των τερ’ανγκριάλ και των ανγκριάλ πρέπει να βρεθεί στα σωστά χέρια. Είναι καθήκον μας να τα παραδώσουμε στην Αίθουσα. Ή τουλάχιστον στη Σέριαμ. Ξέρω ότι αν αυτό δεν τις κάνει να προσφέρουν υποστήριξη στον Ραντ, τότε θα συνεχίσω να ψάχνω μέχρι να βρω κάτι που να τις πείσει. Και ξέρω ότι θέλω να κοιμηθώ. Μήπως μπορούμε να τα πούμε το πρωί;» Δίχως να περιμένει απάντηση, έσβησε το κερί, κουλουριάστηκε ξανά κι άρχισε να ανασαίνει με τις βαθιές, αργές ανάσες του ύπνου μόλις το κεφάλι της άγγιξε το μαξιλάρι.

Η Νυνάβε τανύστηκε πάλι, ατενίζοντας το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι. Τουλάχιστον, σύντομα θα έπαιρναν το δρόμο για το Έμπου Νταρ. Ίσως αύριο. Σε μια-δυο μέρες, το πολύ, μέχρι να προετοιμαστούν για το ταξίδι και να σταματήσουν κάποιο περαστικό ποταμόπλοιο. Τουλάχιστον...

Ξαφνικά, θυμήθηκε την Τέοντριν. Αν χρειάζονταν δύο μέρες για να ετοιμαστούν, οι Τέοντριν θα ήθελε να κάνουν δυο συνεδρίες, αυτό ήταν βέβαιο. Και περίμενε ότι η Νυνάβε απόψε δεν θα κοιμόταν. Δεν υπήρχε περίπτωση να το μάθει, αλλά...

Βαριαναστέναξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Δεν είχε πολύ χώρο για να κάνει βόλτες, αλλά τον χρησιμοποίησε όλο, και κάθε στιγμή θύμωνε ολοένα και περισσότερο. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει μακριά. Είχε πει ότι δεν ήξερε να παραδίνεται, αλλά ίσως είχε μάθει να το βάζει στα πόδια. Θα ήταν υπέροχο να διαβιβάζει όποτε ήθελε. Ούτε καν πρόσεξε τα δάκρυα που άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της.