14
Όνειρα και Εφιάλτες
Όταν η Εγκουέν είδε τη Νυνάβε και την Ηλαίην, δεν βγήκε από το όνειρο· πήδηξε αλλού. Όχι πίσω στο κοιμώμενο σώμα της στην Καιρχίν —η νύχτα μόλις είχε αρχίσει— αλλά σε έναν αχανή ζόφο γεμάτο με τρεμολάμποντα στίγματα φωτός, που ξεπερνούσαν κατά πολύ το πλήθος των αστεριών του ουρανού, το καθένα τους σαφές και διακριτό ως εκεί που έβλεπαν τα μάτια της. Αν, δηλαδή, είχε μάτια για να δει εδώ. Ασχημάτιστη, αιωρήθηκε στο άπειρο μεταξύ του Τελ’αράν’ριοντ και του ξυπνητού κόσμου, στο στενό χάσμα μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας.
Αν είχε καρδιά εδώ, θα βροντοχτυπούσε σαν τρελό ταμπούρλο. Μάλλον δεν την είχαν δει, αλλά τι γύρευαν εκεί, σε ένα μέρος του Πύργου που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον; Σ’ αυτές τις νυχτερινές εξορμήσεις, η Εγκουέν απέφευγε επιμελώς το γραφείο της Αμερλιν, τους κοιτώνες των μαθητευομένων, ακόμα και τους κοιτώνες των Αποδεχθεισών. Πάντα της φαινόταν ότι ακόμα κι όταν δεν ήταν εκεί η Νυνάβε ή Ηλαίην, όλο και κάποια άλλη θα εμφανιζόταν. Θα μπορούσε φυσικά να είχε πλησιάσει τη Νυνάβε ή την Ηλαίην —σίγουρα ήξεραν να κρατάνε μυστικά— αλλά κάτι της είπε να μην το κάνει· είχε ονειρευτεί ότι το έκανε, και πάντα ήταν ένας εφιάλτης. Όχι από εκείνους που σε ξυπνούν λουσμένο στον κρύο ιδρώτα, αλλά από το είδος που σε έκανε να σπαρταράς με ταραχή. Εκείνες οι γυναίκες. Ήξεραν, άραγε, οι Άες Σεντάι του Σαλιντάρ ότι υπήρχαν ξένες που περιπλανούνταν στον Πύργο του Κόσμου των Ονείρων; Αν όχι, δεν είχε τρόπο να τις προειδοποιήσει. Δεν είχε διέξοδο. Τι βάσανο κι αυτό!
Ο μεγάλος έναστρος ωκεανός του σκότους στροβιλιζόταν γύρω της κι έμοιαζε να κινείται, ενώ αυτή έμενε ακίνητη. Ήταν ένα ψάρι σ’ αυτόν τον ωκεανό, κολυμπούσε με αυτοπεποίθηση, χωρίς να το σκέφτεται, όπως και τα ψάρια δεν σκέφτονταν τη θάλασσα. Αυτά τα τρεμοφέγγοντα φώτα ήταν όνειρα, όλα τα όνειρα όλων των ανθρώπων απ’ όλο τον κόσμο. Απ’ όλους τους κόσμους, μέρη που δεν ήταν σαν τον κόσμο που γνώριζε, κόσμους εντελώς διαφορετικούς. Η Βέριν Σεντάι της είχε πρωτοπεί γι’ αυτούς, οι Σοφές το είχαν επιβεβαιώσει, κι η ίδια είχε δει φευγαλέα πράγματα, όπως κρυφοκοίταζε, που δεν μπορούσε να τα πιστέψει, ούτε ακόμα και για όνειρο. Δεν επρόκειτο για εφιάλτες —οι εφιάλτες πάντα έμοιαζαν λουσμένοι στο κόκκινο ή στο γαλάζιο ή σ’ ένα θολό γκρίζο σαν βαθιά σκιά — αλλά ήταν γεμάτα με απίστευτα πράγματα. Το καλύτερο θα ήταν να τα αποφεύγει· ήταν σαφές ότι δεν είχε θέση σ’ εκείνους τους κόσμους. Το να τρυπώνεις σ’ ένα τέτοιο όνειρο ήταν σαν να περικυκλώνεσαι ξαφνικά από σπασμένους καθρέφτες, με τα πάντα να στριφογυρίζουν, χωρίς να έχεις τρόπο να διακρίνεις το πάνω από το κάτω. Της ερχόταν αναγούλα, κι αφού δεν είχε στομάχι εδώ, θα τα έβγαζε όλα όταν ξυπνούσε. Δεν ήταν σωστό να ξυπνάς κάνοντας εμετό.
Είχε μάθει μερικά πράγματα μόνη της εδώ, τα είχε προσθέσει σ’ αυτά που της είχαν διδάξει οι Σοφές, είχε τολμήσει να πλησιάσει εκεί που θα της έφραζαν το δρόμο. Όμως... Δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι θα ήξερε περισσότερα, πολλά περισσότερα, αν είχε μια ονειροβάτισσα να την επιβλέπει. Θα της έλεγε ότι το ένα ήταν πολύ επικίνδυνο και το άλλο απαγορευμένο, πράγματι, αλλά επίσης θα της πρότεινε και τι να δοκιμάσει. Πολύ πιο πέρα από τα απλά πραγματάκια που είχε ξεδιαλύνει εύκολα —όχι εύκολα· ποτέ εύκολα— είχε φτάσει σε ένα σημείο που μπορούσε να υπολογίσει μόνη της το επόμενο βήμα, αλλά υπήρχαν βήματα τα οποία οι Σοφές Ονειροβάτισσες είχαν κάνει πριν από πολύ καιρό. Αυτό που, για να το μάθει μόνη της, χρειαζόταν ένα μήνα, θα της το δίδασκαν σε μια νύχτα, σε μια ώρα. Όταν αποφάσιζαν ότι ήταν έτοιμη. Ποτέ πιο πριν. Αυτό την έτσουζε, τη στιγμή που το μόνο που ήθελε ήταν να μάθει. Να μάθει τα πάντα. Τώρα αμέσως.
Κάθε φως φαινόταν πανομοιότυπο με τα υπόλοιπα, όμως κάποια η Εγκουέν είχε μάθει να τα αναγνωρίζει. Δεν ήξερε πώς ακριβώς, κι αυτό την ενοχλούσε. Ήταν κάτι που ούτε καν οι Σοφές δεν το ήξεραν. Πάντως, από τη στιγμή που πρώτα αναγνώριζε ποιο όνειρο ανήκε σε ποιον άνθρωπο, μπορούσε να ξαναβρεί το όνειρο αυτού του ανθρώπου σαν βέλος που έβρισκε το στόχο, ακόμα κι αν ο άνθρωπος βρισκόταν στην άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό το φως ήταν η Μπερελαίν, η Πρώτη του Μαγιέν, η γυναίκα την οποία ο Ραντ είχε τοποθετήσει επικεφαλής της Καιρχίν. Η Εγκουέν ένιωθε άβολα να κοιτάζει τα όνειρα της Μπερελαίν. Συνήθως, ήταν όμοια με των άλλων γυναικών —όλες οι γυναίκες ενδιαφέρονται εξίσου για την εξουσία, την πολιτική και την τελευταία μόδα στα φορέματα— αλλά μερικές φορές η Μπερελαίν ονειρευόταν άνδρες, ακόμα κι άνδρες τους οποίους γνώριζε η Εγκουέν, με τέτοιο τρόπο, ώστε η Εγκουέν κοκκίνιζε όταν τα θυμόταν.