Κι εκείνη η κάπως μουντή λάμψη πιο πέρα ήταν ο Ραντ, με τα όνειρά του προστατευμένα πίσω από ένα ξόρκι φύλαξης υφασμένο από σαϊντίν. Παραλίγο θα κοντοστεκόταν —την πίκαρε το γεγονός ότι κάτι το οποίο δεν μπορούσε ούτε να το δει, ούτε να το νιώσει, την έκλεινε απ’ έξω σαν πέτρινο τείχος— αλλά αντιθέτως το άφησε να περάσει. Δεν έβρισκε ελκυστικό να περάσει άλλη μια βραδιά άκαρπης προσπάθειας.
Αυτό το μέρος στρέβλωνε την απόσταση με τον τρόπο που ο Τελ’αράν’ριοντ στρέβλωνε το χρόνο. Ο Ραντ κοιμόταν στο Κάεμλυν, εκτός αν είχε πεταχτεί στο Δάκρυ, κάτι που η Εγκουέν ήθελε πολύ να μάθει πώς το έκανε, αλλά κάπου κοντά στο όνειρό του είδε άλλο ένα φως, το οποίο αναγνώριζε. Ήταν η Μπάιρ, στην Καιρχίν, εκατοντάδες λεύγες μακριά από τον Ραντ· Η Εγκουέν ήξερε καλά ότι ο Ραντ, όπου κι αν βρισκόταν απόψε, δεν ήταν πάντως στην Καιρχίν, Πώς το έκανε;
Το λιβάδι με τα φώτα απομακρύνθηκε θολώνοντας από την ταχύτητα, καθώς η Εγκουέν έφευγε από το όνειρο της Σοφής. Αν είχε δει επίσης την Άμυς και τη Μελαίν, ίσως να μην το έσκαγε, αλλά αν οι άλλες δύο Ονειροβάτισσες έβλεπαν όνειρο στον ύπνο τους, ίσως ονειροβατούσαν. Μπορεί κάποια απ’ αυτές να ήταν εδώ κοντά της, έτοιμη να πέσει πάνω της και να τη βγάλει από το όνειρο ή να τη βάλει στο όνειρο της ονειροβάτισσας. Η Εγκουέν δεν πίστευε ότι μπορούσε να τις αντιμετωπίσει, προς το παρόν. Θα ήταν στο έλεος της άλλης, θα ήταν ένα απλό μέρος του ονείρου της. Το να συγκρατείς τον εαυτό σου μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου ήταν δύσκολο, ακόμα κι όταν ο ονειρευόμενος ήταν ένας απλός άνθρωπος που δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε, αν και δεν ήταν πιο δύσκολο από το να βγεις πριν σταματήσει να σε ονειρεύεται, κάτι που ήταν απίθανο να γίνει πριν ξυπνήσει ενώ εσύ ήσουν ακόμα στο όνειρο. Με μια ονειροβάτισσα, που είχε επίγνωση των ονείρων της όσο και του ξυπνητού κόσμου, ήταν αδύνατον. Κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση.
Τότε της πέρασε από το νου ότι φερόταν ανόητα. Άδικα έτρεχε. Αν την είχαν ανακαλύψει η Άμυς ή η Μελαίν, τότε ήδη θα βρισκόταν κάπου αλλού. Ή ίσως έτρεχε ίσια πάνω τους. Τα φώτα που την προσπερνούσαν με φούρια δεν επιβραδύνθηκαν, απλώς ακινητοποιήθηκαν επί τόπου. Έτσι ήταν τα πράγματα εδώ.
Εκνευρισμένη, συλλογίστηκε τι θα έκανε. Εκτός του να διδαχθεί μόνη της ό,τι μπορούσε για τον Τελ’αράν’ριοντ, ο βασικός σκοπός της εδώ ήταν να δει μέσες-άκρες τα γεγονότα του κόσμου. Καμιά φορά της φαινόταν ότι οι Σοφές δεν θα της έλεγαν ούτε καν ότι είχε βγει ο ήλιος αν δεν μπορούσε να το δει μόνη της. Έλεγαν ότι δεν έπρεπε να ταράζεται. Μα πώς μπορούσε να το αποφύγει, πώς μπορούσε να μην ανησυχεί για όσα δεν γνώριζε; Αυτό ζητούσε στον Λευκό Πύργο· προσπαθούσε να ανιχνεύσει κάτι από τις προθέσεις της Ελάιντα. Και της Αλβιάριν. Μόνο υποψίες είχε βρει ως τώρα, και μάλιστα λίγες. Μισούσε που δεν ήξερε· το να μην γνωρίζεις ήταν σαν να είχες γίνει ξαφνικά κουφός και τυφλός.
Ολόκληρος ο Πύργος, λοιπόν, ήταν απαγορευμένος· έπρεπε, αφού δεν ήταν σίγουρη πια για τα σημεία που ήταν ασφαλή. Η υπόλοιπη Ταρ Βάλον ήταν ήδη εκτός ορίων, μετά την τέταρτη φορά που παραλίγο θα έπεφτε σε μια γυναίκα με μπρούντζινη επιδερμίδα, που τώρα ένευε ικανοποιημένη μελετώντας, αν ήταν δυνατόν, έναν στάβλο που έμοιαζε να έχει βαφτεί πρόσφατα γαλάζιος. Όποια κι αν ήταν, δεν είχε μπει κατά λάθος για μια στιγμή στον Τελ’αράν’ριοντ μέσα στο όνειρό της· δεν είχε εξαφανιστεί, όπως συνέβαινε με κάποιον που ονειρευόταν ανέμελος, κι έμοιαζε καμωμένη από ομίχλη. Προφανώς, χρησιμοποιούσε τερ’ανγκριάλ, κάτι που σήμαινε ότι σχεδόν σίγουρα ήταν Άες Σεντάι. Η Εγκουέν γνώριζε μόνο για ένα τερ’ανγκριάλ το οποίο πρόσφερε πρόσβαση στον Κόσμο των Ονείρων δίχως διαβίβαση, το οποίο είχαν η Νυνάβε κι η Ηλαίην. Η λυγερόκορμη γυναίκα, πάντως, δεν ήταν πολύ καιρό μέλος των Άες Σεντάι. Ήταν πανέμορφη —φορούσε μάλιστα ένα ψιλό φορεματάκι που σκανδάλιζε— κι έμοιαζε να έχει την ηλικία της Νυνάβε, χωρίς τη γνωστή αγέραστη όψη.
Η Εγκουέν είχε σκεφτεί να την ακολουθήσει —στο κάτω-κάτω, μπορεί να ήταν του Μαύρου Ατζα· είχαν κλέψει τερ’ανγκριάλ ονείρων— αλλά μετά είχε υπολογίσει το ρίσκο μιας ενδεχόμενης ανακάλυψης κι ίσως αιχμαλωσίας, με το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να πει σε καμία τι είχε μάθει: πριν τα πει, θα έπρεπε να ξαναμιλήσει με τη Νυνάβε και την Ηλαίην, εκτός αν ανακάλυπτε κάτι τόσο κρίσιμο που να κρέμονται τα πάντα από αυτό... Στο κάτω-κάτω, το Μαύρο Ατζα ήταν δουλειά των Άες Σεντάι· όχι μόνο υπήρχαν κι άλλοι λόγοι για να κρατήσει τα μυστικά της, αλλά και δεν μπορούσε να το πει στον πρώτο τυχόντα. Ουσιαστικά δεν είχε επιλογή.