Выбрать главу

Περιεργάστηκε αφηρημένα τα κοντινότερα φώτα στο σκοτάδι. Δεν αναγνώριζε κανένα τους. Στέκονταν απολύτως ακίνητα ολόγυρά της, τρεμολάμποντα αστέρια κλεισμένα σε διαυγή μαύρο πάγο.

Υπήρχαν πολλοί ξένοι στον Κόσμο των Ονείρων τώρα τελευταία, κάτι που δεν ήταν καλό για την ψυχική της ηρεμία. Δύο άτομα, δηλαδή δύο περισσότεροι απ’ όσους έπρεπε. Η μπρουντζόχρωμη γυναίκα και μια άλλη, μια στιβαρή, όμορφη γυναίκα, που προχωρούσε με αποφασιστικές δρασκελιές, γαλανομάτα, με πεισματάρικο πρόσωπο. Η αποφασιστική γυναίκα, όπως τη θεωρούσε η Εγκουέν, πρέπει να μπορούσε να μπαίνει στον Τελ’αράν’ριοντ μόνη της —έμοιαζε συμπαγής, όχι φτιαγμένη από ομίχλη— κι, όποια κι αν ήταν, για όποιο λόγο κι αν ήταν εδώ, τριγυρνούσε στον Πύργο πιο συχνά απ’ όσο η Νυνάβε κι η Ηλαίην κι η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες μαζί. Ξεφύτρωνε όπου κι αν πήγαινες. Εκτός από τον Πύργο, παραλίγο θα έπεφτε πάνω στην Εγκουέν στο τελευταίο ταξίδι της στο Δάκρυ. Αυτό, φυσικά, δεν είχε συμβεί σε βραδιά που είχαν ορίσει συνάντηση· η γυναίκα εκείνη τριγυρνούσε στην Καρδιά του Δακρύου μουρμουρίζοντας μονάχη και θυμωμένη. Κι ήταν στο Κάεμλυν στα δύο τελευταία ταξίδια της Εγκουέν.

Η αποφασιστική γυναίκα ήταν εξίσου πιθανό να ανήκε στο Μαύρο Άτζα όσο κι η συντρόφισσά της, αλλά από την άλλη μεριά ίσως είτε η μία είτε η άλλη να ήταν από το Σαλιντάρ. Ή ίσως κι οι δύο, μολονότι η Εγκουέν ποτέ δεν τις είχε δει μαζί ή με κάποια από το Σαλιντάρ. Επίσης, μπορεί κι οι δύο να ήταν από τον Πύργο. Εκεί υπήρχαν αρκετά σχίσματα και μπορεί η μια πλευρά να κατασκόπευε την άλλη, και κάποια στιγμή οι Άες Σεντάι του Πύργου θα μάθαιναν για τον Τελ’αράν’ριοντ, αν δεν το είχαν ήδη ακούσει. Οι δύο ξένες σήμαιναν μόνο ερωτήσεις δίχως απαντήσεις. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η Εγκουέν γι’ αυτές ήταν να τις αποφεύγει.

Φυσικά, τώρα τελευταία προσπαθούσε να αποφεύγει τους πάντες στον Κόσμο των Ονείρων. Είχε αρχίσει να κοιτάζει πάνω από τον ώμο της, σκεφτόταν ότι κάποιος καραδοκούσε πίσω της, έβλεπε διάφορα. Της φαινόταν ότι είχε δει φευγαλέα τον Ραντ, τον Πέριν, ακόμα και τον Λαν, με την άκρη του ματιού της. Ήταν η φαντασία της, φυσικά, ή ίσως είχαν αγγίξει τυχαία τον κόσμο των ονείρων, αλλά μαζί με τα υπόλοιπα που συνέβαιναν, η Εγκουέν ήταν ταραγμένη σαν γάτα σε μάντρα με σκυλιά.

Έσμιξε τα φρύδια — ή τουλάχιστον θα το έκανε, αν είχε πρόσωπο. Ένα φως έμοιαζε... Όχι γνώριμο· δεν το ήξερε. Αλλά το φως έμοιαζε να την... προσελκύει. Όπου και να γυρνούσε το βλέμμα της, ξανάπεφτε σε κείνο το λαμπυριστό φωτεινό σημαδάκι.

Ίσως ξαναπροσπαθούσε να βρει το Σαλιντάρ. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να περιμένει να φύγουν από τον Τελ’αράν’ριοντ η Νυνάβε κι η Ηλαίην —ήξερε τα όνειρά τους, αφού τα είχε δει, φυσικά· μέσα στον ύπνο της άφησε ένα σιωπηλό γελάκι— κι ως τώρα είχε κάνει πάνω από δέκα απόπειρες να εντοπίσει το Σαλιντάρ μ’ αυτόν τον τρόπο, οι οποίες είχαν αποβεί άκαρπες, σαν να είχε επιχειρήσει να διαπεράσει το ξόρκι φύλαξης των ονείρων του Ραντ. Εδώ η απόσταση κι ο χρόνος πραγματικά δεν είχαν καμία σχέση με το πώς ήταν στον ξυπνητό κόσμο· η Άμυς έλεγε ότι εδώ πέρα δεν υπήρχαν ούτε αποστάσεις, ούτε τοποθεσίες. Από την άλλη μεριά, σε βοηθούσαν να—

Ξαφνιάζοντάς την, το φωτεινό σημείο, στο οποίο επέστρεφε συνεχώς το βλέμμα της, άρχισε να την πλησιάζει φουσκώνοντας, ώσπου εκείνο που ήταν ένα μακρινό αστέρι τώρα έγινε ένα ολόγιομο λευκό φεγγάρι. Μια σπίθα φόβου άναψε μέσα της. Ήταν εύκολο να αγγίξεις ένα όνειρο και να κρυφοκοιτάξεις εντός του —ένα δάχτυλο στην επιφάνεια του νερού, ένα άγγιγμα τόσο ελαφρύ, ώστε το νερό υψωνόταν στο δάχτυλο, μα η επιφάνειά του δεν ταραζόταν— μα κανονικά έπρεπε να γίνεται με δική της βούληση. Η ονειροβάτισσα έψαχνε το όνειρο· όχι το όνειρο την ονειροβάτισσα. Προσπάθησε με τη βούλησή της να το διώξει, να κάνει το έναστρο τοπίο να μετακινηθεί. Μόνο εκείνο το φως μετακινήθηκε κι απλώθηκε, γεμίζοντας το οπτικό πεδίο της με ένα λευκό φως.

Η Εγκουέν προσπάθησε να αποτραβηχτεί με μανία. Ένα λευκό φως. Τίποτε άλλο εκτός από ένα λευκό φως που την κατάπινε...

Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοιτώντας κατάπληκτη. Ολόγυρά της εκτεινόταν ένα δάσος από μεγάλες λευκές κολόνες. Όλα έμοιαζαν θαμπά, αμυδρά, ειδικά ό,τι ήταν πέρα μακριά, όμως το ένα που έδειχνε σαφές και πραγματικό ήταν ο Γκάγουιν, που έτρεχε προς το μέρος της, στο δάπεδο με τα λευκά πλακάκια, φορώντας απλό πράσινο σακάκι, με την αγωνία και την ανακούφιση να έχουν γίνει ένα στο πρόσωπό του. Ήταν σχεδόν το πρόσωπο του Γκάγουιν. Μπορεί ο Γκάγουιν να μην ήταν εξαίσιος σαν τον ετεροθαλή αδελφό του, τον Γκάλαντ, όμως δεν έπαυε να είναι καλοκαμωμένος, αλλά αυτό το πρόσωπο έμοιαζε... συνηθισμένο. Η Εγκουέν προσπάθησε να κουνηθεί και δεν μπόρεσε καθόλου. Η πλάτη της ήταν σε μια κολόνα κι αλυσίδες έδεναν τα χέρια της σηκώνοντάς τα πάνω από το κεφάλι της.