Πρέπει να ήταν το όνειρο του Γκάγουιν. Απ’ όλα εκείνα τα αναρίθμητα φωτεινά στίγματα, η Εγκουέν είχε σταθεί κοντά στο δικό του. Και με κάποιον τρόπο είχε συρθεί μέσα. Το πώς είχε συμβεί αυτό, ήταν ένα ερώτημα που θα το απαντούσε αργότερα. Τώρα ήθελε να μάθει γιατί άραγε ο Γκάγουιν ονειρευόταν ότι την κρατούσε αιχμάλωτη. Κράτησε σταθερή την αλήθεια στο νου της. Ήταν ένα όνειρο, το όνειρο ενός άλλου. Δεν αποδεχόταν καμία πραγματικότητα εδώ. Τίποτα εδώ δεν άγγιζε τον πραγματικό εαυτό της. Επανέλαβε αυτές τις αλήθειες σαν ψαλμό στο μυαλό της. Έτσι, της ήταν δύσκολο να σκεφτεί κάτι άλλο, όμως όσο τις βαστούσε σταθερά, μπορούσε να ρισκάρει και να μείνει. Τουλάχιστον όσο χρειαζόταν για να βρει τι παράξενα, αλλόκοτα πράγματα είχε αυτός ο άνθρωπος στο κεφάλι του. Μα να την κρατά αιχμάλωτη!
Ξαφνικά, ένας πελώριος πίνακας από φλόγες ξεπήδησε από τα πλακάκια του πατώματος κι απλώθηκε ένας ξινός κίτρινος καπνός. Από εκείνο το καμίνι βγήκε ο Ραντ, ντυμένος με κόκκινα χρυσοκέντητα ρούχα σαν βασιλιάς, στάθηκε αντίκρυ στον Γκάγουιν, κι η φωτιά κι ο καπνός χάθηκαν. Μόνο που δεν έμοιαζε με τον Ραντ. Ο πραγματικός Ραντ ήταν ίσος στο ύψος και το μέγεθος με τον Γκάγουιν, μα τούτο το είδωλο ξεπερνούσε κατά ένα κεφάλι τον Γκάγουιν. Το πρόσωπο μόλις που έμοιαζε με το πρόσωπο του Ραντ, πιο τραχύ και σκληρό απ’ όσο έπρεπε, το παγερό πρόσωπο ενός φονιά. Αυτός ο άνθρωπος είχε ένα περιφρονητικό χαμόγελο. «Δεν θα την πάρεις», μούγκρισε.
«Δεν θα την κρατήσεις», αποκρίθηκε γαλήνια ο Γκάγουιν, και ξαφνικά οι δύο άνδρες βρέθηκαν να κρατούν σπαθιά.
Η Εγκουέν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Ο Γκάγουιν δεν την κρατούσε φυλακισμένη. Ονειρευόταν ότι την έσωζε! Από τον Ραντ! Ήταν καιρός να τελειώνει μ’ αυτή την τρέλα. Συγκεντρώθηκε στο να βρεθεί έξω, πίσω στο σκοτάδι, κοιτώντας τα αυτά από έξω. Δεν έγινε τίποτα.
Τα σπαθιά αντάμωσαν με μια κλαγγή κι οι δύο άνδρες χόρεψαν έναν θανάσιμο χορό. Δηλαδή, θα ήταν θανάσιμος, αν όλο αυτό δεν ήταν ένα όνειρο. Τα πάντα ήταν μία ανοησία. Αν ήταν δυνατόν να ονειρεύεται ξιφομαχία. Και δεν ήταν εφιάλτης· τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά, αν κι ήταν θαμπά, και δεν ήταν λουσμένα στο χρώμα. «Τα όνειρα του ανθρώπου είναι ένας λαβύρινθος που ακόμα κι ο ίδιος δεν μπορεί να τον μάθει», της είχε πει κάποτε η Μπάιρ.
Η Εγκουέν έκλεισε τα μάτια, προσηλώθηκε μ’ όλο το μυαλό της. Έξω. Ήταν έξω, κοιτώντας μέσα. Δεν υπήρχε χώρος για τίποτα άλλο στο νου της. Έξω, κοιτώντας μέσα. Έξω, κοιτώντας μέσα. Έξω!
Άνοιξε άλλη μια φορά τα μάτια. Η μάχη έφτανε στο αποκορύφωμά της. Η λεπίδα του Γκάγουιν χώθηκε στο στέρνο του Ραντ, και καθώς ο Ραντ σωριαζόταν κάτω, το ατσάλι βγήκε και διέγραψε μια αστραφτερή τροχιά. Το κεφάλι του Ραντ στριφογύρισε στο πάτωμα, φτάνοντας σχεδόν στα πόδια της· σταμάτησε κοιτάζοντάς την. Μια κραυγή έφτασε στο λαρύγγι της πριν μπορέσει να την πνίξει. Όνειρο. Όνειρο μόνο. Μα αυτά τα νεκρά μάτια που την κοίταζαν έμοιαζαν τόσο αληθινά.
Ύστερα ο Γκάγουιν βρέθηκε μπροστά της, με το σπαθί θηκαρωμένο. Το κεφάλι και το σώμα του Ραντ είχαν χαθεί. Το χέρι του Γκάγουιν πλησίασε τα δεσμά που την κρατούσαν, και χάθηκαν κι αυτά.
«Ήξερα ότι θα έρθεις», είπε αυτή μαλακά, και ξαφνιάστηκε. Ήταν ο εαυτός της! Δεν μπορούσε να παραδοθεί σ’ αυτό που γινόταν, ούτε για μια στιγμή, αλλιώς θα παγιδευόταν για τα καλά.
Χαμογελώντας, ο Γκάγουιν τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Χαίρομαι που το ήξερες», της είπε. «Θα ερχόμουν νωρίτερα, αν μπορούσα. Δεν έπρεπε να σε αφήσω να κινδυνεύεις τόσον καιρό. Μπορείς να με συγχωρέσεις;»
«Μπορώ να σου συγχωρέσω τα πάντα». Τώρα υπήρχαν δύο Εγκουέν, η μια που ζάρωνε με αγαλλίαση στην αγκαλιά του Γκάγουιν, καθώς αυτός την πήγαινε σε ένα διάδρομο του παλατιού γεμάτο με πολύχρωμες ταπισερί και μεγάλους καθρέφτες με περίτεχνους επίχρυσους καθρέφτες, κι η άλλη που ήταν κλεισμένη στο βάθος του μυαλού της πρώτης.
Η κατάσταση σοβάρευε. Όσο δυνατά κι αν εστίαζε στη σκέψη ότι βρισκόταν έξω, η Εγκουέν παρέμενε εκεί, παρακολουθώντας μέσα από τα μάτια του δεύτερου εαυτού της. Κατέπνιξε βιαστικά την περιέργεια της για το είδος του ονείρου που έβλεπε ο Γκάγουιν με αυτήν μέσα. Θα ήταν επικίνδυνο να δείξει τέτοιο ενδιαφέρον. Δεν αποδεχόταν τίποτα απ’ όλα αυτά! Μα τίποτα δεν άλλαζε.
Ο διάδρομος έμοιαζε πραγματικός εκεί που κοίταζε, αν κι αυτά που έβλεπε με την άκρη του ματιού έμοιαζαν θολά. Η εικόνα της που φάνηκε σε έναν καθρέφτη τράβηξε την προσοχή της· θα είχε στρίψει για να την κοιτάξει καλύτερα, μα ήταν απλή επιβάτιδα στο κεφάλι της γυναίκας που είχε ο Γκάγουιν στο όνειρό του. Η γυναίκα που είχε καθρεφτιστεί για μια στιγμή ήταν η ίδια η Εγκουέν —δεν υπήρχε χαρακτηριστικό το οποίο θα μπορούσε να δείξει και να πει ότι διέφερε από το πραγματικό πρόσωπό της— αλλά με κάποιον τρόπο έδειχνε συνολικά... Πανέμορφη, αυτή ήταν η μόνη λέξη. Απίστευτα πανέμορφη. Έτσι την έβλεπε ο Γκάγουιν;