Выбрать главу

Όχι! Δεν έπρεπε να δείξει περιέργεια! Έπρεπε να βγει έξω!

Ανάμεσα σε δυο δρασκελιές, ο διάδρομος μεταμορφώθηκε σε λοφοπλαγιά γεμάτη αγριολούλουδα, που άπλωναν το πλούσιο άρωμά τους στην απαλή αύρα. Η πραγματική Εγκουέν τινάχτηκε μέσα της. Μήπως το είχε κάνει η ίδια αυτό; Το φράγμα ανάμεσα σ’ αυτήν και στην άλλη έγινε πιο λεπτό. Εστίασε την προσοχή της με οργή. Δεν ήταν αληθινό· αρνιόταν να το αποδεχθεί· ήταν ο εαυτός της. Έξω. Ήθελε να βρεθεί έξω και να κοιτάζει μέσα.

Ο Γκάγουιν τη χαμήλωσε τρυφερά σε ένα μανδύα που ήταν ήδη απλωμένος εκεί στη λοφοπλαγιά, όπως γινόταν τα πράγματα στα όνειρα. Γονάτισε πλάι της, παραμέρισε μια μπούκλα από το μάγουλό της, τα δάχτυλά του ταξίδεψαν στην άκρη του στόματός της. Της ήταν πολύ δύσκολο να εστιάσει την προσοχή της σε οτιδήποτε. Μπορεί να μην είχε τον έλεγχο στο σώμα όπου επέβαινε, μα ένιωθε ό,τι ένιωθε κι αυτό, και τα δάχτυλα του Γκάγουιν έμοιαζαν να τινάζουν σπίθες.

«Η καρδιά μου είναι δική σου», της είπε μαλακά, «η ψυχή μου, ό,τι είμαι». Το σακάκι του τώρα ήταν πορφυρό, περίτεχνα στολισμένο με χρυσά φύλλα κι ασημένια λιοντάρια. Έκανε μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, αγγίζοντας το κεφάλι του, την καρδιά του. «Όταν σε σκέφτομαι, δεν χωρούν άλλες σκέψεις. Το άρωμά σου γεμίζει το μυαλό μου και πυρπολεί το αίμα μου. Η καρδιά μου βροντοχτυπά τόσο δυνατά που δεν θα άκουγα ακόμα και τον κόσμο να ραγίζει. Είσαι ο ήλιος και το φεγγάρι και τα άστρα μου, ο ουρανός κι η γη μου, πιο πολύτιμη για μένα κι από τη ζωή και την ανάσα μου και—» Σταμάτησε ξαφνικά, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Τι βλακείες λες», είπε μόνος του.

Η Εγκουέν θα εξέφραζε τη διαφωνία της, αν είχε τον έλεγχο των φωνητικών της χορδών. Ήταν ωραίο ν’ ακούς τέτοια πράγματα, έστω κι αν ήταν λίγο παρατραβηγμένα. Λίγο μόνο.

Όταν ο Γκάγουιν έκανε τη γκριμάτσα, η Εγκουέν ένιωσε κάτι να χαλαρώνει, αλλά

Μεταβολή.

Ο Γκάγουιν τη χαμήλωσε τρυφερά σε ένα μανδύα που ήταν ήδη απλωμένος εκεί στη λοφοπλαγιά, όπως γινόταν τα πράγματα στα όνειρα. Γονάτισε πλάι της, παραμέρισε μια μπούκλα από το μάγουλό της, τα δάχτυλά του ταξίδεψαν στην άκρη του στόματός της. Μπορεί η Εγκουέν να μην είχε τον έλεγχο στο σώμα όπου επέβαινε, μα ένιωθε ό,τι ένιωθε κι αυτό, και τα δάχτυλα του Γκάγουιν έμοιαζαν να τινάζουν σπίθες.

Όχι! Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να αποδεχτεί οποιοδήποτε μέρος του ονείρου του!

Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα πόνου, το σακάκι του λιτό, γκρίζο. Τα χέρια του ήταν ακουμπισμένα στα γόνατά του, σφιγμένα γροθιές. «Δεν έχω δικαίωμα να σου μιλήσω όπως θα ήθελα», της είπε μουδιασμένα. «Ο αδελφός μου σε αγαπά. Ξέρω ότι ο Γκάλαντ είναι εκτός εαυτού εξαιτίας του φόβου που νιώθει για σένα. Έγινε Λευκομανδίτης κυρίως επειδή πιστεύει ότι οι Άες Σεντάι σε κακομεταχειρίστηκαν. Ξέρω ότι—» Τα μάτια του Γκάγουιν έκλεισαν σφιχτά. «Αχ Φως μου, βοήθησέ με!» βόγκηξε.

Μεταβολή.

Ο Γκάγουιν τη χαμήλωσε τρυφερά σε ένα μανδύα που ήταν ήδη απλωμένος εκεί στη λοφοπλαγιά, όπως γινόταν τα πράγματα στα όνειρα. Γονάτισε πλάι της, παραμέρισε μια μπούκλα από το μάγουλο της, τα δάχτυλα του ταξίδεψαν στην άκρη του στόματός της.

Όχι! Η Εγκουέν έχανε και τον λίγο έλεγχο που είχε! Έπρεπε να βγει από κει! Τι φοβάσαι; Δεν ήξερε αν η σκέψη ήταν δική της ή της άλλης Εγκουέν. Το φράγμα ανάμεσά τους τώρα έμοιαζε αραχνοΰφαντο. Είναι ο Γκάγουιν. Ο Γκάγουιν.

«Σ’ αγαπώ», της είπε διστακτικά. Φορούσε πάλι το πράσινο σακάκι, ήταν ακόμα λιγότερο ωραίος απ’ όσο στην πραγματικότητα, κι άνοιξε ένα κουμπί του πριν αφήσει το χέρι του να πέσει. Την κοίταξε σαν να φοβόταν αυτό που ίσως έβλεπε στο πρόσωπό της, κρύβοντας το φόβο του αλλά όχι καλά. «Ποτέ άλλοτε δεν το έχω πει αυτό σε γυναίκα, ποτέ δεν θέλησα να το πω. Δεν έχεις ιδέα πόσο δύσκολο μου είναι που σου το λέω. Όχι ότι δεν θέλω», πρόσθεσε βιαστικά, κάνοντας μια κοφτή χειρονομία προς το μέρος της, «αλλά το να το πω, χωρίς ενθάρρυνση, είναι σαν να πετώ στην άκρη το σπαθί μου και να γυμνώνω το στήθος μου για τη λεπίδα. Όχι ότι νομίζω πως εσύ θα έπρεπε να— Φως μου! Δεν μπορώ να το πω σωστά. Υπάρχει πιθανότητα... κάποια στιγμή... να νιώσεις.... κάποια στοργή... για μένα; Κάτι.... δυνατότερο από φιλία;»

«Γλυκέ μου ανόητε», είπε εκείνη, γελώντας μαλακά. «Σ’ αγαπώ». Το σ’ αγαπώ αντήχησε στο κομμάτι της που ήταν ο πραγματικός εαυτός της. Ένιωσε το φράγμα να εξαφανίζεται, είχε μια στιγμή στη διάθεσή της για να καταλάβει ότι δεν την ένοιαζε, και μετά ήταν πάλι μόνο μία Εγκουέν, μια Εγκουέν που έπλεξε ευτυχισμένη τα χέρια της γύρω από τον Γκάγουιν.