Выбрать главу

Η Νυνάβε, εκεί που καθόταν στο σκαμνί μέσα στο αμυδρό φως του φεγγαριού, έπνιξε με το χέρι το χασμουρητό της κι ανοιγόκλεισε τα μάτια, που τα ένιωθε γεμάτα με άμμο. Θα τα κατάφερνε· ναι, θα τα κατάφερνε. Ίσως αποκοιμιόταν πάνω που θα χαιρετούσε την Τέοντριν, αλλά όχι νωρίτερα! Ένιωσε το κεφάλι της να γέρνει χαλαρό, και πετάχτηκε όρθια. Ένιωθε ότι το σκαμνί ήταν φτιαγμένο από πέτρα —ο πισινός της είχε μουδιάσει— αλλά φαινόταν ότι αυτή η ενόχληση δεν αρκούσε πια. Ίσως έπρεπε να βγει για έναν περίπατο. Απλώνοντας τα χέρια, πλησίασε ψηλαφητά την πόρτα.

Ξαφνικά μια μακρινή κραυγή έσχισε τη νύχτα και την ίδια στιγμή το σκαμνί τη χτύπησε γερά στο κεφάλι, ρίχνοντάς την στην τραχιά πόρτα και κάνοντάς την να ουρλιάξει κι αυτή. Ζαλισμένη, κοίταξε το σκαμνί, που τώρα κειτόταν πεσμένο στο πάτωμα, με το ένα πόδι στραβό.

«Τι έγινε;» φώναξε η Ηλαίην, που ανασηκωνόταν στο κρεβάτι της.

Ακούστηκαν κι άλλες κραυγές και φωνές στο Σαλιντάρ, μερικές από το σπίτι των δύο κοριτσιών, κι επίσης ένα αόριστο μπουμπουνητό κι ένας πάταγος που έμοιαζε να ακούγεται από παντού. Το άδειο κρεβάτι της Νυνάβε τραντάχτηκε και μετά γλίστρησε μισό μέτρο πιο πέρα στο πάτωμα. Το κρεβάτι της Ηλαίην σείστηκε, σχεδόν πετώντας την κάτω.

«Μια φυσαλίδα κακού». Η Νυνάβε ξαφνιάστηκε που η φωνή της ήταν τόσο ήρεμη. Δεν υπήρχε λόγος να χοροπηδά και να ανεμίζει τα χέρια, αλλά μέσα της αυτό ακριβώς έκανε. «Πρέπει να ξυπνήσουμε όσες κοιμούνται ακόμα». Αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να κοιμάται κανείς σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά, αλλά όσες κοιμούνταν ίσως πέθαιναν χωρίς να ξυπνήσουν.

Χωρίς να περιμένει απάντηση, βγήκε βιαστικά έξω κι άνοιξε την επόμενη πόρτα στο διάδρομο — κι έσκυψε, καθώς ένα λευκό λαβομάνο έσχισε τον αέρα στο σημείο που πριν βρισκόταν το κεφάλι της, και έγινε κομμάτια στον τοίχο πίσω της. Τέσσερις γυναίκες μοιράζονταν αυτό το δωμάτιο, σε δύο κρεβάτια ελαχίστως μεγαλύτερα από το δικό της. Τώρα το ένα είχε γυρίσει με τα πόδια στον αέρα και δύο γυναίκες σέρνονταν για να βγουν από κάτω του. Στο άλλο κρεβάτι, η Εμάρα κι η Ρονέλ, άλλη μια Αποδεχθείσα, σφάδαζαν κι άφηναν άναρθρους ήχους σαν να πνίγονταν, τυλιγμένες σφιχτά καθώς ήταν στα σεντόνια τους.

Η Νυνάβε άρπαξε την πρώτη γυναίκα κάτω από το αναποδογυρισμένο κρεβάτι, μια κοκαλιάρα υπηρέτρια με ορθάνοιχτο το στόμα, η οποία λεγόταν Μουλίντα, και την έσπρωξε προς την πόρτα. «Εμπρός! Ξύπνα όσες κοιμούνται ακόμα εδώ στο σπίτι και βοήθησε όσες μπορείς! Εμπρός!» Η Μουλίντα έφυγε σκοντάφτοντας, κι η Νυνάβε τράβηξε και σήκωσε τη συντρόφισσά της που έτρεμε. «Βοήθησέ με, Σατίνα. Βοήθησε με με την Εμάρα και τη Ρονέλ».

Μπορεί η παχουλή γυναίκα να έτρεμε, αλλά ένευσε κι έπιασε δουλειά με ζήλο. Φυσικά, δεν αρκούσε απλώς να ξετυλίξεις το σεντόνι. Το πράγμα έμοιαζε ζωντανό, σαν κλήμα που σφιγγόταν ώσπου θα έλιωνε αυτό που είχε πιάσει. Η Νυνάβε κι η Σατίνα μαζί μόλις που κατάφεραν να το βγάλουν από το λαιμό των δύο γυναικών· ύστερα η κανάτα πετάχτηκε από το τραπεζάκι και βρόντηξε στο ταβάνι. Η Σατίνα πήδηξε κι άνοιξε τα χέρια, και το σεντόνι ξέφυγε από τη λαβή της Νυνάβε, ξαναγυρνώντας στην αρχική του θέση. Οι δύο γυναίκες αντιστέκονταν με λιγότερη δύναμη τώρα· η μια έβγαλε ένα ρόγχο από το λαιμό, κι η άλλη δεν άφησε κανέναν ήχο. Παρ’ όλο που ήταν αδύναμο το φεγγαρόφωτο που χυνόταν από το παράθυρο, τα πρόσωπά τους έμοιαζαν πρησμένα και μπλαβιά.

Η Νυνάβε ξανάρπαξε το σεντόνι με τα δυο χέρια, άνοιξε τον εαυτό της στο σαϊντάρ, και δεν βρήκε τίποτα. Παραδίνομαι, που να καείς! Παραδίνομαι! Χρειάζομαι τη Δύναμη! Τίποτα. Το κρεβάτι τη χτύπησε στα γόνατα κι η Σατίνα άφησε μια ψιλή, στριγκή κραυγή. «Μη στέκεσαι έτσι!» την αποπήρε η Νυνάβε. «Βοήθησέ με!»

Ξαφνικά το σεντόνι ξέφυγε ξανά από τα χέρια της, αλλά αντί να τυλιχτεί ξανά γύρω από την Εμάρα και τη Ρονέλ, τραβήχτηκε προς την απέναντι μεριά, έτσι ώστε οι δυο τους έπεσαν η μια στην άλλη, σχεδόν θολές από την ταχύτητα με την οποία ξετυλιγόταν. Η Νυνάβε πρόσεξε την Ηλαίην στην πόρτα κι έκλεισε το στόμα της μ’ έναν ξερό κρότο των δοντιών της. Το σεντόνι κρεμάστηκε από το ταβάνι. Η Δύναμη. Φυσικά.

«Είναι όλες ξύπνιες», είπε η Ηλαίην, δίνοντάς της μια ρόμπα. Φορούσε κι η ίδια μια πάνω από το μισοφόρι της. «Υπάρχουν μερικές μελανιές κι εκδορές, κανα-δυο άσχημα κοψίματα που θα χρειαστούν φροντίδα όταν υπάρχει χρόνος, και νομίζω πως όλες θα βλέπουν άσχημα όνειρα για μερικές μέρες, αλλά αυτό είναι όλο. Να». Μέσα στη νύχτα αντηχούσαν ακόμα ουρλιαχτά και φωνές. Η Σατίνα τινάχτηκε ξανά όταν η Ηλαίην άφησε το σεντόνι να πέσει, αλλά αυτό έμεινε στο πάτωμα. Το αναποδογυρισμένο κρεβάτι όμως κουνήθηκε, τρίζοντας. Η Ηλαίην έσκυψε πάνω από τις γυναίκες που βογκούσαν στο κρεβάτι. «Νομίζω ότι είναι ζαλισμένες, τίποτα χειρότερο. Σατίνα, βοήθησέ με να τις σηκώσω».