Η Νυνάβε αγριοκοίταξε τη ρόμπα στα χέρια της. Πώς να μην ήταν ζαλισμένες, έτσι που στριφογυρνούσαν, όμως η ίδια, μα το Φως, ήταν άχρηστη. Είχε ορμήξει σαν χαζή για να το παίξει αρχηγός Δίχως τη Δύναμη, ήταν εντελώς άχρηστη.
«Νυνάβε, βάζεις ένα χεράκι;» Η Ηλαίην κρατούσε όρθια την Εμάρα που ταλαντευόταν, ενώ η Σατίνα σχεδόν κουβαλούσε τη Ρονέλ προς την πόρτα. «Μου φαίνεται ότι η Εμάρα θα κάνει εμετό, κι αν είναι, καλύτερα να τα βγάλει έξω. Νομίζω ότι τα δοχεία νυκτός έχουν σπάσει». Η μυρωδιά έδειχνε ότι είχε δίκιο. Πήλινα κομμάτια ακούγονταν να τρίβονται στο πάτωμα, προσπαθώντας να βγουν κάτω από το αναποδογυρισμένο κρεβάτι.
Η Νυνάβε έχωσε θυμωμένη τα χέρια στη ρόμπα. Τώρα ένιωθε την Πηγή, μια ζεστή λάμψη που μόλις και δεν την έβλεπε, όμως την αγνόησε σκοπίμως. Χρόνια τα έβγαζε πέρα χωρίς τη Δύναμη. Το ίδιο θα έκανε και τώρα. Πέρασε το ελεύθερο χέρι της Εμάρα γύρω από τους ώμους της και βοήθησε τη γυναίκα που βογκούσε να βγει στο δρόμο. Παραλίγο θα τα κατάφερναν.
Όταν βγήκαν, αφού είχε σκουπίσει το στόμα της Εμάρα, οι άλλες ήταν ήδη μαζεμένες, η μια κοντά στην άλλη μπροστά στο σπίτι, φορώντας ρόμπες ή ό,τι είχαν όταν κοιμούνταν. Το φεγγάρι που ήταν ακόμα ολόγιομο, κρεμασμένο στον ανέφελο ουρανό, έριχνε λαμπρό φως. Οι άνθρωποι έβγαιναν με φούρια από τα άλλα σπίτια με αγριοφωνάρες και τσιρίδες. Μια σανίδα ενός φράχτη ακούστηκε να κροταλίζει για μια στιγμή, και μετά μια άλλη. Ένας κουβάς ξαφνικά προχώρησε στο δρόμο φέρνοντας τούμπες. Ένα κάρο φορτωμένο ξύλα για τζάκι ξαφνικά κύλησε μπροστά κι οι ρυμοί του έσκαψαν ρηχά αυλάκια στο σκληρό χωματόδρομο. Καπνός υψωνόταν από ένα σπίτι λίγο παρακάτω και φωνές ζητούσαν νερό.
Την προσοχή της Νυνάβε τράβηξε η σκοτεινή μορφή κάποιου που κειτόταν στο δρόμο. Ήταν ένας νυχτερινός φρουρός, όπως έδειχνε το φανάρι που τρεμόπαιζε κοντά στο απλωμένο χέρι του. Είδε τα ανοιχτά μάτια του να λαμπυρίζουν στο φεγγαρόφωτο, το αίμα να σκεπάζει το πρόσωπό του, το λακούβιασμα στο πλάι του κεφαλιού του όπου κάτι τον είχε χτυπήσει σαν τσεκούρι. Καλού-κακού, ψηλάφισε το λαιμό του μήπως κι έβρισκε σφυγμό. Της ήρθε να ουρλιάξει από οργή. Οι άνθρωποι έπρεπε να πεθαίνουν ύστερα από μακρύ βίο, στο κρεβάτι τους, με την οικογένεια και τους φίλους ολόγυρα. Κάθε τι άλλο ήταν σπατάλη. Άδικη σπατάλη!
«Βρήκες λοιπόν το σαϊντάρ απόψε, Νυνάβε. Ωραία».
Η Νυνάβε τινάχτηκε και το βλέμμα της υψώθηκε στην Ανάγια. Συνειδητοποίησε ότι πράγματι κρατούσε το σαϊντάρ. Κι ήταν άχρηστη, ακόμα και μ’ αυτό. Σηκώθηκε, ξεσκόνισε κουρασμένη τα γόνατά της και προσπάθησε να μην κοιτάξει τον πεθαμένο. Άραγε, αν είχε κάνει πιο γρήγορα, θα τον είχε σώσει;
Η λάμψη της Δύναμης περιέβαλλε την Ανάγια, αλλά όχι μόνο αυτήν· το φως έλουζε και δύο καλοντυμένες Άες Σεντάι, μια Αποδεχθείσα που φορούσε ρόμπα, και τρεις μαθητευόμενες, εκ των οποίων οι δύο φορούσαν μισοφόρια. Μια από κείνες με το μισοφόρι ήταν η Νίκολα. Η Νυνάβε είδε κι άλλες ομάδες που έλαμπαν, δεκάδες ομάδες, να προχωρούν στο δρόμο. Κάποιες έμοιαζαν να είναι Άες Σεντάι, αλλά οι περισσότερες όχι.
«Άνοιξε τον εαυτό σου στη σύνδεση», συνέχισε η Ανάγια. «Κι εσύ, Ηλαίην, και... Τι έχουν η Εμάρα κι η Ρονέλ;» Όταν πληροφορήθηκε ότι απλώς ήταν ζαλισμένες, μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της και μετά τους είπε να βρουν έναν κύκλο και να συνδεθούν μαζί του μόλις περνούσε η ζαλάδα. Διάλεξε βιαστικά άλλες τέσσερις Αποδεχθείσες από την ομάδα που ήταν συγκεντρωμένη γύρω από την Ηλαίην. «Ο Σαμαήλ —αν είναι αυτός κι όχι κάποιος άλλος— θα μάθει ότι είμαστε κάθε άλλο παρά ανήμπορες. Γρήγορα τώρα. Αγκάλιασε την Πηγή, αλλά κράτα τον εαυτό σου στο σημείο του αγκαλιάσματος. Είσαι ανοιχτή και παραδίνεσαι».
«Δεν είναι Αποδιωγμένος αυτό», άρχισε να λέει η Νυνάβε, αλλά η στοργική Άες Σεντάι τη διέκοψε αποφασιστικά.
«Μην αντιμιλάς, παιδί μου, απλώς ανοίξου. Περιμέναμε επίθεση, αν κι όχι ακριβώς τέτοια, κι είχαμε ετοιμάσει ένα σχέδιο. Γρήγορα, παιδί μου. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο σε άσκοπες φλυαρίες».
Η Νυνάβε έκλεισε απότομα το στόμα και προσπάθησε να βρεθεί στα πρόθυρα του να αγκαλιάσει το σαϊντάρ, στη στιγμή της παράδοσης. Δεν ήταν εύκολο. Δυο φορές ένιωσε τη Δύναμη όχι μόνο να ρέει μέσα της, αλλά να τη διαπερνά και να φτάνει στην Ανάγια, και δυο φορές τη σταμάτησε. Το στόμα της Ανάγια σφίχτηκε· η Άες Σεντάι κοίταξε τη Νυνάβε σαν να νόμιζε ότι το έκανε επίτηδες. Την τρίτη φορά ήταν σαν να την έπιαναν από το σβέρκο. Το σαϊντάρ πλημμύρισε από τη Νυνάβε την Ανάγια, κι όταν προσπάθησε να αποτραβηχτεί —συνειδητοποίησε ότι δεν το έκανε αυτό η ροή αλλά η ίδια— η ροή διατηρήθηκε κι ενώθηκε με μια μεγαλύτερη ροή.