Μια αίσθηση δέους την κατέλαβε. Κοίταξε τα πρόσωπα των άλλων, αναρωτώμενη αν ένιωθαν το ίδιο. Ήταν τμήμα σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό της, κάτι σπουδαιότερο από τον εαυτό της. Δεν ήταν μόνο η Μία Δύναμη. Τα συναισθήματα ήταν ένα κουβάρι στο κεφάλι της, φόβος κι ελπίδα κι ανακούφιση —και, ναι, δέος, περισσότερο από κάθε τι άλλο— και μια αίσθηση γαλήνης που πρέπει να προερχόταν από την Άες Σεντάι, και δεν ήξερε ποια απ’ όλα ήταν δικά της. Κανονικά έπρεπε να είναι ανατριχιαστικό, όμως η Νυνάβε ένιωθε πιο κοντά σ’ αυτές τις γυναίκες απ’ όσο θα ένιωθε για κάποια αδελφή, σαν να ήταν όλες μία σάρκα. Μια ξερακιανή Γκρίζα ονόματι Ασμανάιλε της χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο, σαν να καταλάβαινε τις σκέψεις της.
Η ανάσα της Νυνάβε σκάλωσε στο λαιμό της, καθώς σκεφτόταν ότι δεν ένιωθε πια θυμωμένη. Ο θυμός είχε εξαφανιστεί, τον είχε καταπιεί το δέος. Όμως, με κάποιον τρόπο, τώρα που ο έλεγχος είχε περάσει στη Γαλάζια αδελφή, η ροή του σαϊντάρ συνεχιζόταν. Η ματιά της έπεσε στη Νίκολα και δεν βρήκε αδελφικό χαμόγελο εκεί, μόνο ένα βλέμμα που ζύγιζε και μετρούσε. Η Νυνάβε προσπάθησε αντανακλαστικά να τραβηχτεί από τη σύνδεση, χωρίς αποτέλεσμα. Θα παρέμενε τμήμα του κύκλου μέχρι που θα τον έσπαζε η Ανάγια, δεν γινόταν αλλιώς.
Η Ηλαίην συνδέθηκε πιο εύκολα, αφού πρώτα είχε χώσει το ασημένιο βραχιόλι στην τσέπη της ρόμπας της. Κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπο της Νυνάβε. Τι θα συνέβαινε, άραγε, αν η Ηλαίην είχε μπει στη σύνδεση όντας ήδη συνδεμένη με τη Μογκέντιεν μέσω του α’ντάμ; Δεν είχε την παραμικρή ιδέα, κι αυτό έκανε την απορία ακόμα χειρότερη. Η Νίκολα κοίταζε συνοφρυωμένη τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Αποκλείεται να μπορούσε να καταλάβει ποια συναισθήματα ανήκαν σε ποια, από τη στιγμή που η Νυνάβε δεν ήξερε καν τι αισθανόταν η ίδια. Οι δύο τελευταίες μπήκαν εξίσου εύκολα στον κύκλο, η Σιμόκου, μια όμορφη μαυρομάτα Καντορινή που είχε γίνει Αποδεχθείσα λίγο πριν διαιρεθεί ο Πύργος, κι η Καλίντιν, μια Ταραμπονέζα με τα μελαχρινά μαλλιά της χτενισμένα σε ένα πλήθος ψιλές κοτσιδούλες, που ήταν Αποδεχθείσα δέκα ολόκληρα χρόνια. Η μία ήταν ελάχιστα ανώτερη από μαθητευόμενη, η άλλη μοχθούσε για κάθε ψήγμα γνώσης, αλλά δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να συνδεθούν.
Ξαφνικά η Νίκολα μίλησε, μοιάζοντας μισοκοιμισμένη. «Το σπαθί του λιονταριού, η αφοσιωμένη λεπίδα, εκείνη που βλέπει πιο πέρα. Τρεις στη βάρκα, κι εκείνος που είναι νεκρός κι όμως ζει. Η μεγάλη μάχη τελείωσε, όμως ο κόσμος ακόμα δεν τελείωσε με τις μάχες. Η χώρα διαιρέθηκε από το γυρισμό κι οι φρουροί ισορροπούν τους υπηρέτες. Το μέλλον ταλαντεύεται στην αιχμή μιας λεπίδας».
Η Ανάγια την κοίταξε. «Τι είπες, παιδί μου;»
Η Νίκολα βλεφάρισε. «Είπα κάτι, Λες Σεντάι;» ρώτησε αδύναμα. «Νιώθω... παράξενα».
«Αν είναι να κάνεις εμετό», είπε κοφτά η Ανάγια, «τελείωνε. Η σύνδεση κάνει μερικές γυναίκες να νιώσουν παράξενα την πρώτη φορά. Δεν έχουμε χρόνο να περιποιηθούμε το στομαχάκι σου». Λες κι ήθελε να το αποδείξει, μάζεψε τα φουστάνια της και προχώρησε στο δρόμο. «Μείνετε κοντά, τώρα, όλες σας. Και φωνάξτε, αν δείτε κάτι που πρέπει να το σταματήσουμε».
Αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Οι άνθρωποι είχαν γεμίσει τους δρόμους και φώναζαν να μάθουν τι συνέβαινε, ή απλώς κραύγαζαν, κι υπήρχαν πράγματα που κινούνταν. Πόρτες βροντούσαν και παράθυρα άνοιγαν με πάταγο χωρίς να τα ακουμπά κανείς. Κρότοι και σπασίματα ακούγονταν μέσα στα σπίτια. Βάζα, εργαλεία, πέτρες, ό,τι δεν ήταν στερεωμένο κάπου, ήταν πιθανό να πηδήξει ή να χιμήξει ανά πάσα στιγμή. Μια γεροδεμένη μαγείρισσα με το μισοφόρι της άρπαξε έναν κουβά στον αέρα μ’ ένα σχεδόν υστερικό γέλιο, αλλά όταν ένας χλωμός κοκαλιάρης που φορούσε τα ασπρόρουχά του προσπάθησε να αποκρούσει ένα δεμάτι φρύγανα, το αποτέλεσμα ήταν ο ήχος του χεριού του που έσπαζε. Σχοινιά σπαρταρούσαν και κουλουριάζονταν γύρω από χέρια και πόδια, ακόμα και τα ρούχα των ανθρώπων άρχιζαν να έρπουν. Εκεί που προχωρούσαν, βρήκαν έναν δασύτριχο άνδρα με το πουκάμισό του τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι του· τιναζόταν τόσο δυνατά, που δεν άφηνε να τον πλησιάσουν κάποιοι που προσπαθούσαν να του το βγάλουν πριν τον πνίξει. Μια γυναίκα που είχε κατορθώσει να βάλει ένα φόρεμα, αν κι όχι να το κουμπώσει, πιανόταν από τα καλάμια της άκρης μιας στέγης κι ούρλιαζε μ’ όλη της τη δύναμη, καθώς το φόρεμα προσπαθούσε να τη σύρει στην άλλη άκρη του σπιτιού ή ίσως στον ουρανό.