Το να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα ήταν εξίσου εύκολο με το να τα βρουν. Οι ροές που χειριζόταν η Ανάγια μέσω της σύνδεσης —κι οι ροές των άλλων κύκλων— εύκολα θα σταματούσαν ακόμα κι ομάδα αγριεμένων ταύρων, πόσο μάλλον ένα κατσαρόλι που είχε θελήσει να πετάξει. Κι όταν σταματούσαν ένα αντικείμενο, είτε με τη Δύναμη είτε με το χέρι, αυτό σπανίως ξαναζωντάνευε. Το άσχημο ήταν που υπήρχαν τόσο πολλά. Δεν είχαν καν χρόνο να σταθούν για Θεραπεία, παρά μόνο όταν κινδύνευε κάποια ζωή· οι μελανιές, οι αιμορραγίες και τα σπασμένα κόκαλα έπρεπε να περιμένουν όσο ο κύκλος ξανάχωνε στο χώμα μια σανίδα του φράχτη πριν αυτή ανοίξει κανένα κεφάλι, ή σταματούσε ένα βαρέλι στο ανεξέλεγκτο κύλισμά του πριν αυτό σπάσει κανένα πόδι.
Η Νυνάβε ένιωσε ότι όλα ήταν μάταια. Είχαν να αντιμετωπίσουν τόσα πράγματα· όλα ήταν μικρά, όμως ένας άνδρας που το κρανίο του είχε ραγίσει από ένα τηγάνι, ή μια γυναίκα που την είχε πνίξει η ίδια της η πουκαμίσα, ήταν εξίσου νεκροί με κάποιον που τον είχε χτυπήσει η Δύναμη. Δεν ήταν μόνο δική της αυτή η αίσθηση· της φάνηκε ότι προερχόταν από όλες τις γυναίκες του κύκλου, ακόμα και την Άες Σεντάι. Αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προχωρά μαζί με τις άλλες, και να βλέπει την Ανάγια να υφαίνει το συνδυασμό των ροών τους για να πολεμήσει χίλιους μικρούς κινδύνους. Η Νυνάβε έχασε τον εαυτό της στο ρόλο της ως ενδιαμέσου, όντας ένα με δώδεκα άλλες γυναίκες.
Στο τέλος η Ανάγια σταμάτησε, σμίγοντας τα φρύδια. Ο σύνδεσμος που διαλυόταν αιφνιδίασε τη Νυνάβε. Για μια στιγμή, τα μέλη της λύθηκαν εκεί που στεκόταν, κι έμεινε να κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει. Τα βογκητά και τα κλάματα είχαν αντικαταστήσει τα ουρλιαχτά και τις φωνές· οι αχνοφωτισμένοι δρόμοι ήταν ήσυχοι, με εξαίρεση τους ανθρώπους που βοηθούσαν τους τραυματισμένους. Το φεγγάρι έδειχνε ότι δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα, αλλά στη Νυνάβε φαινόταν ότι είχαν περάσει δέκα. Την πονούσε η πλάτη στο σημείο που την είχε χτυπήσει το σκαμνί, τα γόνατά της έτρεμαν, τα μάτια της έτσουζαν. Χασμουρήθηκε τόσο δυνατά που της φάνηκε ότι τα αυτιά της θα έσπαζαν.
«Δεν ήταν αυτό που θα περίμενα από έναν Αποδιωγμένο», μουρμούρισε η Ανάγια, αλλά όχι πολύ χαμηλόφωνα. Κι εκείνη φαινόταν κουρασμένη, αλλά συνέχισε αμέσως με την επόμενη δουλειά που είχε να κάνει, πιάνοντας τη Νίκολα από τον ώμο. «Με το ζόρι στέκεσαι όρθια. Άντε στο κρεβατάκι σου. Φύγε, παιδί μου. Θέλω να σου μιλήσω μόλις ξυπνήσεις το πρωί, πριν το πρωινό. Άνγκλα, εσύ μείνε· μπορείς να συνδεθείς ξανά και να δώσεις λίγη δύναμη για τη Θεραπεία. Λανίτα, στο κρεβάτι σου».
«Δεν ήταν Αποδιωγμένος», είπε η Νυνάβε. Ή μάλλον το μουρμούρισε. Μα το Φως, ήταν κατάκοπη. «Ήταν μια φυσαλίδα κακού». Οι τρεις Άες Σεντάι την κοίταξαν. Το ίδιο κι οι υπόλοιπες Αποδεχθείσες, εκτός από την Ηλαίην, κι οι μαθητευόμενες επίσης. Ακόμα κι η Νίκολα, που ακόμα δεν είχε φύγει. Αυτή τη φορά, τη Νυνάβε δεν την ένοιαζε αν η γυναίκα εκείνη τη ζύγιζε με το βλέμμα· νύσταζε τόσο που δεν την ενδιέφερε.
«Είδαμε μία στο Δάκρυ», είπε η Ηλαίην, «στην Πέτρα». Είχαν δει μόνο τις συνέπειες, για την ακρίβεια, αλλά κι αυτό τους έφτανε. «Αν μας είχε επιτεθεί ο Σαμαήλ, δεν θα πετούσε κλαράκια πέρα-δώθε». Η Ασμανάιλε αντάλλαξε μια μυστηριώδη ματιά με την Μπάραταϊν, μια Πράσινη που είχε καταφέρει να κάνει το κοκαλιάρικο κορμί της να δείχνει λυγερό κι όλο χάρη, και τη μακριά μύτη της να δείχνει κομψή.
Η Ανάγια δεν φάνηκε να ταράζεται. «Δείχνεις να αντέχεις ακόμα, Ηλαίην. Βοήθησε, λοιπόν, και με τη Θεραπεία. Όσο για σένα, Νυνάβε... Το έχασες πάλι, ε; Από την όψη σου φαίνεται ότι θα έπρεπε να σε κουβαλήσουμε στο κρεβάτι σου, αλλά θα πρέπει να πας μόνη σου. Σιμόκου, σήκω και πήγαινε να ξαπλώσεις, παιδί μου. Καλίντιν, έλα μαζί μου».
«Ανάγια Σεντάι», είπε επιφυλακτικά η Νυνάβε, «η Ηλαίην κι εγώ βρήκαμε κάτι απόψε. Αν θα μπορούσαμε να σου μιλήσουμε κατ’ ιδ—»
«Αύριο, παιδί μου. Τράβα στο κρεβάτι. Τώρα, πριν σωριαστείς κάτω». Η Ανάγια δεν περίμενε καν να δει αν θα την υπάκουγαν. Τράβηξε την Καλίντιν μαζί της και προχώρησε προς έναν άνδρα που βογκούσε καθώς ξάπλωνε με το κεφάλι στην αγκαλιά μιας γυναίκας, κι έσκυψε πάνω του. Η Ασμανάιλε τράβηξε αλλού την Ηλαίην, κι η Μπάραταϊν πήρε την Άνγκλα προς μια τρίτη κατεύθυνοη. Πριν χαθεί στο πλήθος, η Ηλαίην κοίταξε τη Νυνάβε πάνω από τον ώμο της και κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
Ίσως βέβαια να μην ήταν εδώ ο κατάλληλος χρόνος ή ο τόπος για να αναφέρουν τη γαβάθα και το Έμπου Νταρ. Η αντίδραση της Ανάγια είχε κάτι παράξενο, λες και θα απογοητευόταν έτσι και μάθαινε ότι όλα αυτά δεν ήταν επίθεση Αποδιωγμένου. Γιατί; Η Νυνάβε ήταν τόσο εξουθενωμένη που δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Μπορεί η Ανάγια να έλεγχε τις ροές, όμως το σαϊντάρ περνούσε μέσα από τη Νυνάβε για μια ολόκληρη ώρα, κάτι αρκετό για να εξαντλήσει ακόμα και κάποια που είχε προλάβει να κοιμηθεί μια ολόκληρη νύχτα.