Выбрать главу

Ενώ ταλαντευόταν, η Νυνάβε είδε την Τέοντριν. Η Ντομανή προχωρούσε χωλαίνοντας, με δυο λευκοντυμένες μαθητευόμενες στο πλευρό της, και κοντοστεκόταν όπου κάποιος φαινόταν να έχει κάποιο τραύμα που μπορούσε να το Θεραπεύσει με τη δεξιοτεχνία που είχε. Δεν πρόσεξε τη Νυνάβε.

Θα πάω για ύπνο, σκέφτηκε βαρύθυμα η Νυνάβε. Αυτό μου είπε η Ανάγια Σεντάι. Γιατί είχε δείξει απογοήτευση η Ανάγια; Κάποια σκέψη τριβέλιζε μια άκρη του μυαλού της, αλλά νύσταζε τόσο, ώστε δεν μπορούσε να τη συλλάβει. Έσερνε τα βήματά της, σχεδόν σκόνταφτε στο έδαφος που δεν είχε εμπόδια. Θα πήγαινε για ύπνο, κι η Τέοντριν ας έκανε ό,τι ήθελε.

15

Ένας Σωρός από Άμμο

Τα μάτια της Εγκουέν άνοιξαν, ατενίζοντας το τίποτα. Για μια στιγμή έμεινε στο στρωματάκι της, αγγίζοντας αφηρημένα το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού στο κορδόνι στο λαιμό της. Όταν το φορούσε στο χέρι, την κοίταζαν παράξενα. Ήταν πιο εύκολο να ταιριάξει εκεί ως μαθήτρια των Σοφών, αν κανείς δεν τη σκεφτόταν ως Άες Σεντάι. Κάτι που φυσικά δεν ήταν. Ήταν Αποδεχθείσα, αλλά είχε υποκριθεί πως ήταν Άες Σεντάι τόσον καιρό, ώστε μερικές φορές ξεχνούσε ότι δεν ήταν.

Λίγο από το φως του πρωινού μπήκε από το άνοιγμα της πόρτας, μόλις φωτίζοντας το εσωτερικό της σκηνής. Ήταν σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου κι ένιωθε έναν επαναλαμβανόμενο πόνο στους κροτάφους. Από τη μέρα που η Λανφίαρ παραλίγο θα σκότωνε την ίδια και την Αβιέντα, από τη μέρα που η Αποδιωγμένη κι η Μουαραίν είχαν αλληλοσκοτωθεί, το κεφάλι της πάντα πονούσε μετά από μια επίσκεψη στον Τελ’αράν’ριοντ, αν και ποτέ σε σημείο που να είναι πραγματικό πρόβλημα. Πάντως, παλιά στην πατρίδα η Νυνάβε της είχε μάθει μερικά πράγματα για τα βότανα κι η Εγκουέν είχε καταφέρει να βρει εδώ στην Καιρχίν μερικά από το κατάλληλο είδος. Η ρίζα γλυκοϋπνιού θα της έφερνε υπνηλία —ή ίσως, τόσο κουρασμένη που ήταν, να την κοίμιζε για ώρες— αλλά θα έδιωχνε κάθε ίχνος του πονοκέφαλου.

Σηκώθηκε, ίσιωσε το τσαλακωμένο, ιδρωμένο μισοφόρι της, και προχώρησε πατώντας στα χαλιά που ήταν στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο για να πάει στο επιπλάκι με το λαβομάνο, ένα σκαλιστό κρυστάλλινο μπωλ που μάλλον κάποτε είχε το παντς από κρασί κάποιου ευγενούς. Έκανε πάντως και για να βάζεις καθαρό νερό μέσα, όπως κι η κανάτα με το γαλάζιο σμάλτο, νερό που δεν τη δρόσισε καθόλου όταν ένιψε το πρόσωπό της. Η ματιά της αντάμωσε τα μάτια της στο καθρεφτάκι με το επίχρυσο πλαίσιο που ήταν στηριγμένο στο σκούρο τοίχο της σκηνής, και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα.

«Εσύ, δηλαδή, τι νόμιζες ότι θα γίνει;» ψιθύρισε. Δεν πίστευε ότι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά τα μάγουλά της κοκκίνισαν κι άλλο.

Ήταν μονάχα όνειρο, όχι σαν τον Τελ’αράν’ριοντ, όπου αυτό που σου συνέβαινε ήταν πραγματικό όταν ξυπνούσες. Αλά θυμόταν τα πάντα, λες κι ήταν πραγματικά. Της φάνηκε ότι τα μάγουλά της θα έπεφταν, τόσο πολύ που έκαιγαν. Ήταν απλώς ένα όνειρο, και μάλιστα όνειρο του Γκάγουιν. Δεν είχε δικαίωμα να ονειρεύεται τέτοια πράγματα γι’ αυτήν.

«Δικό του ήταν το φταίξιμο», είπε θυμωμένα στην αντανάκλασή της. «Όχι δικό μου! Εγώ δεν είχα επιλογή!» Το στόμα της έκλεισε σφιχτά, πικρά. Προσπαθούσε να κατηγορήσει έναν άνδρα για τα όνειρά του. Και μιλούσε στον καθρέφτη σαν χαζή.

Κοντοστάθηκε στο άνοιγμα της πόρτας κι έσκυψε για να κρυφοκοιτάξει έξω. Η χαμηλή σκηνή της ήταν στις παρυφές του στρατοπέδου των Αελιτών. Τα φαιά τείχη της Καιρχίν υψώνονταν δύο μίλια δυτικά πέρα από τους γυμνούς λόφους, χωρίς τίποτε άλλο στο ενδιάμεσο εκτός από το καμένο έδαφος, στο σημείο όπου κάποτε τα Προπύλαια αγκάλιαζαν την πόλη. Κρίνοντας από την ξερή απόχρωση του φωτός, ο ήλιος μόλις είχε ξεμυτίσει πάνω από τον ορίζοντα, όμως οι Αελίτες ήδη είχαν πιάσει τις δουλειές τους ανάμεσα στις σκηνές.

Σήμερα δεν είχε να ξυπνήσει νωρίς. Μετά από μια ολόκληρη νύχτα έξω από το σώμα της —τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν πάλι· μα το Φως, όλη της τη ζωή θα κοκκίνιζε για ένα όνειρο; Φοβόταν πως αυτό ακριβώς θα γινόταν— μπορούσε να κοιμηθεί ως το απόγευμα. Η μυρωδιά του χυλού που μαγειρευόταν δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα βλέφαρά της που βάραιναν.

Ξαναγύρισε εξαντλημένη στις κουβέρτες της και σωριάστηκε, τρίβοντας τους κροτάφους της. Ήταν τόσο κουρασμένη που δεν μπορούσε να ετοιμάσει τη ρίζα γλυκοϋπνιού, αλλά σκέφτηκε ότι τόσο κουρασμένη που ήταν, δεν είχε σημασία. Ο μουντός πόνος πάντα έσβηνε μέσα σε μια ώρα· όταν ξυπνούσε, θα είχε χαθεί.