Выбрать главу

Μ’ όσα είχαν συμβεί, δεν ήταν παράξενο που ο Γκάγουιν κυριαρχούσε στα όνειρά της. Μερικές φορές η Εγκουέν επαναλάμβανε κάποιο δικό του όνειρο, αν και φυσικά όχι ακριβώς με τον ίδιο τρόπο· στις δικές της εκδοχές, ορισμένα γεγονότα που της έφερναν ντροπή δεν συνέβαιναν ή, τουλάχιστον, τα αντιπαρερχόταν γρήγορα. Ο Γκάγουιν ως επί το πλείστον απήγγελλε ποίηση και της κρατούσε το χέρι ενώ παρακολουθούσαν ανατολές κι ηλιοβασιλέματα. Επίσης, δεν κόμπιαζε όταν την έλεγε ότι του άρεσε. Κι έμοιαζε όμορφος, όσο ήταν και στην πραγματικότητα. Τα υπόλοιπα ήταν δικό της έργο. Τρυφερά φιλιά που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Ο Γκάγουιν να γονατίζει, ενώ εκείνη του έπιανε το κεφάλι μέσα στα δύο της χέρια. Μερικά απ’ αυτά δεν έβγαζαν νόημα. Δυο φορές, τη μια πάνω στην άλλη, η Εγκουέν είχε ονειρευτεί ότι τον έπιανε από τους ώμους και προσπαθούσε να τον κάνει να γυρίσει από την άλλη μεριά ενάντια στη θέλησή του. Τη μία, ο Γκάγουιν της είχε απομακρύνει τα χέρια με τη βία· την άλλη, η Εγκουέν με κάποιον τρόπο είχε αποδειχθεί πιο δυνατή από εκείνον. Οι δύο τους έγιναν θαμπά ένα. Μια άλλη φορά, ο Γκάγουιν άρχισε να της κλείνει μια πόρτα κατάμουτρα, κι η Εγκουέν ήξερε ότι αν εκείνη η χαραμάδα του φωτός εξαφανιζόταν, θα ήταν νεκρή.

Τα όνειρα κουτρουβαλούσαν στο κεφάλι της· δεν αφορούσαν όλα στον Γκάγουιν, και συνήθως ήταν εφιαλτικά.

Ο Πέριν ήρθε και στάθηκε εμπρός της, μ’ ένα λύκο ξαπλωμένο στα πόδια του, μ’ ένα γεράκι κι έναν αστούριο στους ώμους του να αγριοκοιτάζονται μεταξύ τους πάνω από το κεφάλι του. Δείχνοντας να μην αντιλαμβάνεται την παρέα του, προσπαθούσε συνεχώς να πετάξει τον πέλεκυ του, ώσπου στο τέλος το έβαλε στα πόδια κι ο πέλεκυς άρχισε να πλέει στον αέρα ακολουθώντας τον. Αλλο ένα όνειρο με τον Πέριν· γυρνούσε την πλάτη σε έναν Μάστορα κι έτρεχε, ολοένα και γρηγορότερα, ενώ η Εγκουέν του φώναζε να επιστρέψει. Ο Ματ μιλούσε με αλλόκοτες λέξεις, που η Εγκουέν λίγο ακόμα και θα τις καταλάβαινε —πίστευε πως ήταν η Παλιά Γλώσσα— και δύο κοράκια ήρθαν και κάθισαν στους ώμους του, χώνοντας τα γαμψώνυχά τους μέσα από το σακάκι στη σάρκα από κάτω. Δεν φαινόταν να τα αντιλαμβάνεται, όπως ακριβώς κι ο Πέριν δεν αντιλαμβανόταν το γεράκι και τον αστούριο, όμως στο πρόσωπό του φάνηκε μια ανυπότακτη έκφραση κι ύστερα βλοσυρή αποδοχή. Σ’ ένα άλλο όνειρο, μια γυναίκα με το πρόσωπο τυλιγμένο σε σκιές τον καλούσε σε έναν μεγάλο κίνδυνο· η Εγκουέν δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο κίνδυνος, μόνο ότι ήταν κάτι τερατώδες. Αρκετά όνειρα αφορούσαν στον Ραντ, όχι όλα άσχημα αλλά όλα παράξενα. Η Ηλαίην τον έσπρωχνε με ένα χέρι να πέσει στα γόνατα. Η Ηλαίην, η Μιν κι η Αβιέντα κάθονταν σε βουβό κύκλο ολόγυρά του και καθεμία με τη σειρά της άπλωνε το χέρι και τον άγγιζε. Ο Ραντ περπατούσε με προορισμό ένα βουνό τυλιγμένο στις φλόγες, ενώ κάτι έτριζε κάτω από τις μπότες του. Η Εγκουέν ανασάλεψε και κλαψούρισε· τα πράγματα που έτριζαν ήταν οι σφραγίδες της φυλακής του Σκοτεινού, που τις θρυμμάτιζε με κάθε του βήμα. Η Εγκουέν το ήξερε. Δεν χρειαζόταν να τις δει για να το καταλάβει.

Τα όνειρά της τρέφονταν από τους φόβους της και χειροτέρευαν. Οι δύο παράξενες γυναίκες που έβλεπε στον Τελ’αράν’ριοντ την έπιασαν και την έσυραν μπροστά σε ένα τραπέζι με γυναίκες που φορούσαν κουκούλες, κι όταν έβγαλαν τις κουκούλες, όλες οι γυναίκες ήταν η Λίαντριν, η Μαύρη αδελφή που την είχε αιχμαλωτίσει στο Δάκρυ. Μια σκληροπρόσωπη Σωντσανή της έδωσε ένα ασημένιο βραχιόλι κι ένα περιδέραιο που ενώνονταν με ένα ασημένιο λουρί, ένα α’ντάμ. Αυτό την έκανε να κραυγάσει δυνατά. Οι Σωντσάν κάποτε της είχαν φορέσει α’ντάμ. Η Εγκουέν προτιμούσε να πεθάνει παρά να το ξαναπάθει. Ο Ραντ έτρεχε στους δρόμους της Καιρχίν, γελώντας καθώς ανατίναζε κτήρια κι ανθρώπους με κεραυνούς και φωτιά, ενώ άλλοι άνδρες έτρεχαν μαζί του, εκσφενδονίζοντας τη Δύναμη· είχε ανακοινωθεί στην Καιρχίν εκείνη η φρικτή αμνηστία που πρόσφερε, όμως σίγουρα κανένας άνδρας δεν θα επέλεγε να διαβιβάζει. Οι Σοφές την έπιαναν στον Τελ’αράν’ριοντ και την πουλούσαν σαν ζώο στις χώρες πέρα από την Ερημιά του Άελ· αυτό έκαναν στους Καιρχινούς που έβρισκαν στην Ερημιά. Η Εγκουέν στάθηκε έξω από τον εαυτό της, παρατηρώντας το πρόσωπό της να λιώνει, το κρανίο της να ανοίγει, ενώ αμυδρές μορφές την τρυπούσαν με σκληρές βέργες. Την τρυπούσαν. Τρυπούσαν...

Ανακάθισε απότομα με μια κοφτή κραυγούλα, κι είδε την Κογουίντε να κάθεται στα λυγισμένα γόνατά της πλάι στο κρεβάτι, με το κεφάλι σκυμμένο μέσα στην κουκούλα του λευκού μάλλινου χιτώνα της.

«Συγχώρεσέ με, Άες Σεντάι. Ήθελα να σε ξυπνήσω για το πρωινό».

«Αλλά δεν είπαμε να μου ανοίξεις τρύπα στα πλευρά», μουρμούρισε η Εγκουέν, κι αμέσως το μετάνιωσε.