Выбрать главу

Ενόχληση φάνηκε στα βαθιά γαλανά μάτια της Κογουίντε, που έσβησε αμέσως, κρυμμένη πίσω από το προσωπείο της πειθήνιας υπακοής που φορούσαν οι γκαϊ’σάιν. Έχοντας ορκιστεί να υπακούουν ταπεινά και να μην αγγίξουν όπλο για ένα χρόνο και μια μέρα, οι γκαϊ’σάιν αποδέχονταν οτιδήποτε κι αν συνέβαινε, είτε ήταν μια βαριά κουβέντα, ένα χτύπημα, πιθανότατα ακόμα κι ένα μαχαίρι στην καρδιά. Παρ’ όλο που για τους Αελίτες το να σκοτώσεις έναν γκαϊ’σάιν ήταν σαν να σκότωνες ένα παιδί. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία· ο παραβάτης θα σκοτωνόταν από τον ίδιο του τον αδελφό ή την αδελφή. Μα η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι αυτό ήταν απλώς ένα προσωπείο. Οι γκαϊ’σάιν το τηρούσαν με πείσμα, αλλά δεν έπαυαν να είναι Αελίτες, κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να φανταστεί λιγότερο πειθήνιο λαό. Ακόμα και για κάποια σαν την Κογουίντε, η οποία είχε αρνηθεί να βγάλει το λευκό όταν είχε περάσει ένας χρόνος και μια μέρα. Η άρνηση της ήταν μια πράξη πεισματικής περηφάνιας κι αψηφισιάς, σαν άνθρωπος που αρνιόταν να υποχωρήσει μπροστά σε δέκα εχθρούς. Να σε τι μπερδέματα έβαζε τους Αελίτες το τζι’ε’τόχ τους.

Αυτός ήταν ένας λόγος που η Εγκουέν προσπαθούσε να προσέχει πώς μιλούσε στους γκαϊ’σάιν, ειδικά σ’ εκείνους που ήταν σαν την Κογουίντε. Δεν είχαν τρόπο να αμυνθούν δίχως να παραβιάσουν όλα τους τα πιστεύω. Από την άλλη μεριά, η Κογουίντε ήταν Κόρη της Λόγχης πριν, και θα γινόταν ξανά, αν την έπειθαν ποτέ να βγάλει αυτό το χιτώνα. Αν άφηνες κατά μέρος τη Δύναμη, μάλλον θα μπορούσε να κάνει την Εγκουέν τ’ αλατιού, ενώ ταυτοχρόνως θα ακόνιζε τη λόγχη της.

«Δεν θέλω πρωινό», της είπε η Εγκουέν. «Μόνο φύγε κι άσε με να κοιμηθώ».

«Δεν θέλεις;» είπε η Άμυς, με τα μενταγιόν και τα βραχιόλια από φίλντισι κι ασήμι και χρυσό να κουδουνίζουν, καθώς έμπαινε στη σκηνή σκύβοντας. Δεν φορούσε δαχτυλίδια —οι Αελίτες ποτέ δεν τα φορούσαν— όμως τα υπόλοιπα στολίδια της έφταναν και περίσσευαν για τρεις γυναίκες. «Νόμιζα ότι τουλάχιστον η όρεξη σου είχε επανέλθει».

Η Μπάιρ κι η Μελαίν την ακολούθησαν, φορτωμένες κι αυτές στολίδια. Οι τρεις τους ήταν από διαφορετικές φατρίες, αλλά, ενώ οι υπόλοιπες Σοφές που είχαν περάσει το Δρακότειχος έμεναν κοντά στις σέπτες τους, αυτές εδώ έστηναν τις σκηνές τους κοντά. Κάθισαν στα λαμπερά μαξιλάρια με τις φούντες στο κάτω μέρος του στρώματός της, σιάζοντας τα σκούρα επώμια που πάντα φορούσαν οι Αελίτισσες. Όσες δεν ήταν Φαρ Ντάραϊς Μάι, δηλαδή. Η Αμυς ήταν ασπρομάλλα σαν τη Μπάιρ, αλλά εκεί που το γέρικο πρόσωπο της Μπάιρ είχε βαθιές ζάρες, η Αμυς έδειχνε παράξενα νεαρή, ίσως εξαιτίας της αντίθεσης μεταξύ μαλλιών και προσώπου. Έλεγε ότι ήταν σχεδόν εξίσου άσπρα όταν ήταν μικρή.

Συνήθως το πρόσταγμα ανήκε στη Μπάιρ ή την Άμυς, αλλά σήμερα μίλησε πρώτη η Μελαίν, με τα ηλιόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια. «Αν σταματήσεις να τρως, δεν θα καλυτερέψεις. Σκεφτόμασταν να σου επιτρέψουμε να έρθεις στην επόμενη συνάντηση με τις άλλες Άες Σεντάι —κάθε φορά ρωτούν πότε θα έρθεις—»

«Και κάθε φορά γελοιοποιούνται σαν υδρόβιες που είναι», είπε ξινά η Αμυς. Συνήθως δεν ήταν καυστική, αλλά, όπως φαινόταν, της το προκαλούσαν οι Άες Σεντάι του Σαλιντάρ. Κατά το έθιμο, οι Σοφές τις απέφευγαν, ειδικά οι Σοφές που μπορούσαν να διαβιβάζουν, όπως η Αμυς κι η Μελαίν. Εκτός αυτού, δεν τους άρεσε καθόλου που οι Άες Σεντάι είχαν πάρει τις θέσεις της Νυνάβε και της Ηλαίην στις συναντήσεις. Αυτό δεν άρεσε και στην Εγκουέν. Υποψιαζόταν ότι οι Σοφές ένιωθαν ότι είχαν πείσει εκείνες τις δύο πόσο σοβαρό πράγμα ήταν ο Τελ’αράν’ριοντ. Από τα αποσπάσματα που άκουγε τώρα για τις συναντήσεις τους, οι Άες Σεντάι δεν είχαν πειστεί. Γενικά οι Άες Σεντάι δεν πείθονταν εύκολα.

«Αλλά ίσως πρέπει να το ξανασκεφτούμε», συνέχισε γαλήνια η Μελαίν. Ήταν νευρική πριν από τον πρόσφατο γάμο της, τώρα όμως σπανίως έχανε την ψυχραιμία της. «Δεν πρέπει να επιστρέψεις στο όνειρο αν το σώμα σου δεν ξαναβρεί τη δύναμή του».

«Τα μάτια σου είναι κόκκινα», είπε η Μπάιρ με έγνοια στην τραχιά φωνή της, που ταίριαζε με το πρόσωπό της. Όμως, κατά πολλούς τρόπους, ήταν η πιο σκληρή από τις τρεις. «Κοιμήθηκες άσχημα;»

«Πώς να μην κοιμηθεί άσχημα;» ρώτησε γκρινιάρικα η Άμυς. «Τρεις φορές προσπάθησα να κοιτάξω τα όνειρά της χθες το βράδυ, και δεν βρήκα τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κοιμηθεί καλά αν δεν ονειρεύεται».

Το στόμα της Εγκουέν στέγνωσε αμέσως· η γλώσσα κόλλησε στον ουρανίσκο της. Της είχαν κάνει έλεγχο τη μία φορά που δεν είχε γυρίσει στο κορμί της μέσα σε λίγες ώρες.

Η Μελαίν έσμιξε τα φρύδια. Όχι προς την Εγκουέν αλλά προς την Κογουίντε, η οποία ήταν ακόμα γονατιστή με το κεφάλι σκυμμένο. «Υπάρχει ένας σωρός από άμμο κοντά στη σκηνή μου», είπε, σχεδόν με τον τσουχτερό τόνο που είχε παλιά. «Θα τον ψάξεις κόκκο-κόκκο μέχρι να βρεις έναν κόκκινο κόκκο. Αν δεν είναι αυτός που ζητάω, θα ξαναρχίσεις από την αρχή. Πήγαινε». Η Κογουίντε απλώς έσκυψε, ώσπου το πρόσωπό της άγγιξε τα πολύχρωμα χαλιά, και μετά βγήκε από τη σκηνή με μικρά βηματάκια. Η Μελαίν έστειλε ένα ευχάριστο χαμόγελο στην Εγκουέν. «Σε βλέπω ξαφνιασμένη. Αν δεν κάνει από μόνη της το σωστό, θα την αναγκάσω εγώ να το κάνει. Αφού ισχυρίζεται ότι με υπηρετεί ακόμα, είναι υπό τη δική μου ευθύνη».