Выбрать главу

Τα μακριά μαλλιά της Μπάιρ ανέμισαν καθώς κουνούσε το κεφάλι της. «Δεν θα πετύχει». Έσιαξε το επώμιό της στους κοκαλιάρικους ώμους της. Η Εγκουέν ίδρωνε φορώντας μόνο το μισοφόρι της, ενώ ο ήλιος ακόμα δεν είχε βγει καλά-καλά, όμως οι Αελίτες ήταν συνηθισμένοι σε πολύ πιο ζεστό καιρό. «Έδειρα την Τζούρικ και την Μπάιρα ώσπου μου πιάστηκε το χέρι, όμως όσες φορές κι αν τους λέω να βγάλουν το λευκό, αυτές ξαναφορούν τους χιτώνες πριν από το ηλιοβασίλεμα».

«Είναι αποτρόπαιο», μουρμούρισε η Άμυς. «Από τότε που μπήκαμε στις υδατοχώρες, το ένα τέταρτο αυτών που εξέτισαν την ποινή τους αρνούνται να επιστρέψουν στις σέπτες τους. Διαστρεβλώνουν το τζι’ε’τόχ πέρα από το νόημά του».

Ο Ραντ έφταιγε γι’ αυτό. Είχε αποκαλύψει σε όλους εκείνο που μόνο οι αρχηγοί φατριών και οι Σοφές γνώριζαν ως τότε, ότι κάποτε όλοι οι Αελίτες είχαν αρνηθεί να αγγίξουν όπλα και να ασκήσουν βία. Τώρα κάποιοι πίστευαν πως όλοι οι Αελίτες κανονικά έπρεπε να είναι γκαϊ’σάιν. Για τον ίδιο λόγο άλλοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν τον Ραντ ως Καρ’α’κάρν, και κάποιοι λίγοι καθημερινά πήγαιναν με το μέρος των Σάιντο στα βουνά του Βορρά. Κάποιοι απλώς έριχναν κάτω τα όπλα κι εξαφανίζονταν· κανείς δεν ήξερε τι είχαν γίνει. Τους καταλάμβανε η μελαγχολία, έτσι το ονόμαζαν οι Αελίτες. Για την Εγκουέν, το πιο παράξενο ήταν που κανείς Αελίτης δεν κατηγορούσε τον Ραντ, εκτός από τους Σάιντο. Η Προφητεία του Ρουίντιαν έλεγε ότι ο Καρ’α’κάρν θα τους γυρνούσε πίσω και θα τους κατέστρεφε. Πίσω πού, αυτό δεν το ήξερε κανείς με σιγουριά, αλλά το ότι θα τους κατέστρεφε, με κάποιον τρόπο αυτό το δέχονταν με την ίδια γαλήνη που η Κογουίντε είχε αρχίσει μια αγγαρεία δίχως νόημα.

Εκείνη τη στιγμή, η Εγκουέν δεν θα έδινε δεκάρα ακόμα κι αν όλοι οι Αελίτες στην Καιρχίν φορούσαν λευκούς χιτώνες. Αν αυτές οι Σοφές υποψιάζονταν τι έκανε... Θα έψαχνε πρόθυμα εκατό σωρούς από άμμο, αλλά μάλλον δεν θα ήταν τόσο τυχερή. Η τιμωρία της θα ήταν πολύ χειρότερη. Κάποτε η Αμυς της είχε πει ότι αν δεν έκανε ό,τι ακριβώς της έλεγαν —ο Κόσμος των Ονείρων ήταν πολύ επικίνδυνος, χωρίς αυτή την υπόσχεση— δεν θα της έκανε πια μαθήματα. Σίγουρα κι οι άλλες θα συμφωνούσαν· αυτή την τιμωρία φοβόταν η Εγκουέν. Προτιμότερο θα ήταν να σκάβει χίλιους σωρούς από άμμο κάτω από τον καυτό ήλιο.

«Μην ταράζεσαι», χασκογέλασε η Μπάιρ. «Η Αμυς δεν είναι θυμωμένη με όλους τους υδρόβιους, και σίγουρα όχι με σένα, που έχεις γίνει σαν κόρη των σκηνών μας. Είναι θυμωμένη με την αδελφή σου, την Άες Σεντάι. Εκείνη που ονομάζεται Καρλίνυα υπαινίχθηκε ότι σε κρατάμε ενάντια στη θέλησή σου».

«Υπαινίχθηκε;» Τα ανοιχτόχρωμα φρύδια της Άμυς ανηφόρισαν, φτάνοντας σχεδόν ως τα μαλλιά της. «Το είπε ωμά!»

«Κι έμαθε να βάζει χαλινάρι στη γλώσσα της». Η Μπάιρ γέλασε, ενώ λικνιζόταν στο πορφυρό μαξιλάρι της. «Πάω στοίχημα ότι το έμαθε. Όταν φύγαμε και τις αφήσαμε, φώναζε και πάσχιζε να βγάλει τους πορφυρούς φουσκωτούς από το φόρεμά της. Ο πορφυρός φουσκωτός», εκμυστηρεύτηκε στην Εγκουέν, «μοιάζει με κόκκινη οχιά, αν τα μάτια σου είναι χαλασμένα σαν των υδρόβιων, όμως δεν είναι δηλητηριώδης. Αλλά σπαρταρά όταν τον φυλακίζεις».

Η Άμυς ξεφύσησε. «Θα είχαν χαθεί αν τους είχε σκεφτεί να έχουν χαθεί. Αυτή η γυναίκα δεν μαθαίνει. Οι Άες Σεντάι που υπηρετούσαμε την Εποχή των Θρύλων δεν ήταν τόσο ανόητες». Αλλά φαινόταν κατευνασμένη.

Η Μελαίν χαχάνιζε χωρίς να το κρύβει κι η Εγκουέν παρασύρθηκε κι άρχισε να χαχανίζει κι αυτή. Το χιούμορ των Αελιτών ήταν κατά ένα μέρος πέρα από κάθε εξήγηση αλλά αυτό όχι. Είχε συναντήσει μόνο τρεις φορές την Καρλίνυα, όμως η εικόνα αυτής της άκαμπτης, παγερής, σοβαροφανούς γυναίκας να χοροπηδά προσπαθώντας να βγάλει τα φίδια από το φόρεμά της — μόλις που κατάφερε να μη γελάσει τρανταχτά.

«Τουλάχιστον έχεις κέφια», είπε η Μελαίν. «Δεν σου ξανάρθε ο πονοκέφαλος;»

«Το κεφάλι μου είναι μια χαρά», είπε ψέματα η Εγκουέν, κι η Μπάιρ ένευσε.

«Ωραία. Ανησυχούσαμε επειδή ήταν τόσο επίμονος. Αν συνεχίσεις την αποχή από το όνειρο για ένα διάστημα ακόμα, θα σου περάσει οριστικά. Μην φοβάσαι ότι θα σου προκαλέσει κάποια ζημιά· το σώμα χρησιμοποιεί τον πόνο για να μας πει να αναπαυθούμε».