Выбрать главу

Η Εγκουέν παραλίγο θα ξανάβαζε τα γέλια, αν κι όχι λόγω αίσθησης χιούμορ. Οι Αελίτες μπορούσαν να αγνοήσουν ανοιχτές πληγές και σπασμένα κόκαλα όταν είχαν σημαντικότερα πράγματα να κάνουν εκείνη τη στιγμή. «Πόσο ακόμα πρέπει να αποφεύγω το όνειρο;» ρώτησε. Μισούσε το να τους λέει ψέματα, αλλά μισούσε ακόμα περισσότερο την απραξία. Οι πρώτες δέκα μέρες από τότε που την είχε χτυπήσει η Λανφίαρ, ό,τι κι αν ήταν αυτό που της είχε κάνει, ήταν μια άσχημη περίοδος· δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί χωρίς να νιώσει το κεφάλι της να σπάει από τον πόνο. Όταν μπόρεσε, αυτό το οποίο η μητέρα της ονόμαζε «η φαγούρα που πιάνει το άπραγο χέρι» την είχε ωθήσει να μπει στον Τελ’αράν’ριοντ πίσω από την πλάτη των Σοφών. Όταν αναπαυόσουν, δεν μάθαινες τίποτα. «Στην επόμενη συνάντηση, είπατε;»

«Ίσως», αποκρίθηκε η Μελαίν, σηκώνοντας τους ώμους. «Θα δούμε. Αλλά πρέπει να φας. Αν έχεις χάσει την όρεξη σου, κάτι πάει στραβά που δεν το ξέρουμε».

«Α, μα μπορώ να φάω». Ο χυλός που μαγείρευαν απ’ έξω μύριζε ωραία. «Πρέπει να με είχε πιάσει τεμπελιά». Το να σηκωθεί χωρίς να μορφάσει ήταν δύσκολο· το κεφάλι της δεν ήθελε ακόμα να μετακινηθεί. «Σκέφτηκα κι άλλες ερωτήσεις χθες το βράδυ».

Η Μελαίν σήκωσε ψηλά το βλέμμα με ευθυμία. «Από τότε που χτυπήθηκες, κάνεις πέντε ερωτήσεις για κάθε μια που έκανες πριν».

Επειδή προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τα πράγματα μόνη της. Δεν μπορούσε να το αποκαλύψει, φυσικά, κι έτσι έβγαλε ένα καθαρό μισοφόρι από ένα μικρό σεντούκι ανάμεσα στα άλλα που ήταν στη σειρά πλάι στον τοίχο της σκηνής και το φόρεσε βγάζοντας το ιδρωμένο.

«Οι ερωτήσεις είναι καλό πράγμα», είπε η Μπάιρ. «Ρώτα».

Η Εγκουέν διάλεξε τα λόγια της με προσοχή. Και συνέχισε να ντύνεται, ανέμελα, βάζοντας την ίδια λευκή μπλούζα από αλγκόντ και τη χοντρή μάλλινη φούστα που φορούσαν οι Σοφές. «Είναι δυνατόν να παρασυρθείς στο όνειρο κάποιου παρά τη θέλησή σου;»

«Φυσικά όχι», είπε η Άμυς, «εκτός αν το αγγίξεις αδέξια».

Αλλά μόλις σταμάτησε να μιλά, η Μπάιρ είπε, «Εκτός αν υπάρχουν δυνατά συναισθήματα. Αν παρακολουθήσεις το όνειρο κάποιου που σε αγαπά ή σε μισεί, ίσως να σε παρασύρει μέσα. Αν τον αγαπάς ή τον μισείς εσύ. Αυτό το τελευταίο είναι ο λόγος που δεν προσπαθούμε να δούμε τα όνειρα της Σεβάνα, ή, έστω, να μιλήσουμε με τις Σοφές των Σάιντο στα όνειρά τους». Η Εγκουέν ακόμα ξαφνιαζόταν που αυτές οι γυναίκες κι οι άλλες Σοφές επισκέπτονταν και μιλούσαν με τις Σοφές των Σάιντο. Οι Σοφές υποτίθεται πως ήταν υπεράνω μαχών κι ερίδων, αλλά η Εγκουέν θα πίστευε ότι αυτό δεν ίσχυε πια για το Σάιντο που αντιμαχόταν τον Καρ’α’κάρν κι είχε ορκιστεί να τον σκοτώσει. «Το να βγεις από το όνειρο κάποιου που σε μισεί ή σε αγαπά», κατέληξε η Μπάιρ, «είναι σαν να προσπαθείς να βγεις από έναν βαθύ λάκκο με απόκρημνες πλευρές».

«Έτσι είναι». Η Άμυς ξαφνικά φάνηκε να ανακτά το χιούμορ της· λοξοκοίταξε τη Μελαίν. «Γι’ αυτό καμία ονειροβάτισσα ποτέ δεν κάνει το σφάλμα να δει τα όνειρα του άνδρα της». Η Μελαίν κοίταξε ευθεία μπροστά και το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Ή, τουλάχιστον, δεν το κάνει δεύτερη φορά», πρόσθεσε η Αμυς.

Η Μπάιρ χαμογέλασε πλατιά, κάτι που έκανε τις ρυτίδες του προσώπου της να βαθύνουν, κι απέφυγε επιτηδευμένα να κοιτάξει τη Μελαίν. «Είναι ένα σοκ, ειδικά αν είναι θυμωμένος μαζί σου. Αν, για να διαλέξω ένα παράδειγμα έτσι τυχαία, το τζι’ε’τόχ τον πάρει από κοντά σου, κι εσύ, σαν χαζό παιδάκι, είσαι τόσο ανόητη ώστε να του πεις ότι, αν σε αγαπούσε, δεν θα πήγαινε».

«Τώρα ξεφεύγουμε πολύ από την ερώτησή της», είπε μουδιασμένα η Μελαίν με πρόσωπο κατακόκκινο. Η Μπάιρ κακάρισε δυνατά.

Η Εγκουέν έπνιξε την περιέργειά της, και το γέλιο της. Διατήρησε αδιάφορο τόνο. «Κι αν δεν προσπαθήσεις να κοιτάξεις;» Η Μελαίν της χάρισε ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης κι η Εγκουέν ένιωσε μια σουβλιά από τις τύψεις. Αλλά δεν ήταν τόσο δυνατές ώστε να μη ρωτήσει αργότερα προκειμένου να μάθει ολόκληρη την ιστορία. Αν κάτι έκανε τη Μελαίν να κοκκινίσει έτσι, σίγουρα θα ήταν ξεκαρδιστικό.

«Έχω ακούσει για κάτι τέτοιο», είπε η Μπάιρ, «όταν ήμουν μικρή κι είχα μόλις αρχίσει να μαθαίνω. Με εκπαίδευε η Μόρα, η Σοφή του Φρούριου Κολράντα, κι είχε πει ότι, αν το συναίσθημα ήταν πολύ δυνατό, η αγάπη ή το μίσος τόσο δυνατό που δεν άφηνε χώρο για τίποτα άλλο, τότε μπορούσες να παρασυρθείς απλώς και μόνο αν αντιλαμβανόσουν το όνειρο του άλλου».

«Πρώτη φορά ακούω τέτοιο πράγμα», είπε η Μελαίν. Η Άμυς απλώς απέκτησε μια έκφραση αμφιβολίας.

«Ούτε κι εγώ το έχω ακούσει από άλλη εκτός από τη Μόρα», τους είπε η Μπάιρ, «αλλά ήταν εξαιρετική γυναίκα. Λένε ότι πλησίαζε το τριακοσιοστό έτος της ηλικίας της όταν πέθανε από δάγκωμα αιματόφιδου, αλλά έμοιαζε νεαρή σαν και σας. Εγώ ήμουν κοριτσόπουλο τότε, μα τη θυμάμαι καλά. Ήξερε πολλά πράγματα και μπορούσε να διαβιβάσει με μεγάλη δύναμη. Έρχονταν Σοφές από όλες τις φατρίες για να μάθουν απ’ αυτήν. Νομίζω ότι τόσο μεγάλη αγάπη και τόσο μεγάλο μίσος είναι κάτι σπάνιο, αλλά είπε ότι της συνέβη δύο φορές, τη μια με τον πρώτο άνδρα που παντρεύτηκε, την άλλη με την αντίζηλό της για την προσοχή του τρίτου άνδρα της».