«Τριακοσίων ετών;» αναφώνησε η Εγκουέν, έχοντας μισοδέσει τα κορδόνια της μαλακής μπότας της που έφτανε ως το γόνατο. Ακόμα κι οι Άες Σεντάι αποκλείεται να ζούσαν τόσο.
«Είπα τι λέγεται», απάντησε η Μπάιρ, χαμογελώντας. «Μερικές γυναίκες γερνούν πιο αργά από τις άλλες, όπως η Άμυς εδώ, κι όταν αυτό συμβαίνει σε μια γυναίκα σαν τη Μόρα, δίνει λαβή για ιστορίες. Κάποια άλλη μέρα θα σου πω την ιστορία τού πώς η Μόρα μετακίνησε ένα βουνό. Σύμφωνα τις φήμες, δηλαδή».
«Κάποια άλλη μέρα;» είπε η Μελαίν, με υπερβολική ευγένεια. Ήταν φανερό ότι ακόμα την ενοχλούσε αυτό που είχε γίνει στο όνειρο της Μπάελ, κι επίσης που το γνώριζαν κι οι άλλες. «Άκουσα όλες τις ιστορίες της Μόρα όταν ήμουν παιδί· τις έμαθα απ’ έξω, νομίζω. Αν η Εγκουέν καταφέρει να ντυθεί επιτέλους, πρέπει να την πάμε να φάει». Κρίνοντας από τη λάμψη στα πράσινα μάτια της, θα μετρούσε τις μπουκιές της Εγκουέν μία-μία· οι υποψίες για την υγεία της δεν είχαν καταλαγιάσει. «Και να απαντήσουμε στις υπόλοιπες ερωτήσεις της».
Η Εγκουέν έψαξε τρομαγμένη να βρει κάποια ερώτηση ακόμα. Συνήθως είχε αρκετές, αλλά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας την είχαν αφήσει με μία και μόνη. Αν σταματούσε, έχοντας κάνει μόνο αυτή την ερώτηση, οι άλλες θα αναρωτιούνταν μήπως ο λόγος ήταν ότι το είχε σκάσει για να κατασκοπεύσει το όνειρο κάποιου. Άλλη μια ερώτηση. Όχι για τα παράξενα όνειρα που έβλεπε η ίδια. Κάποια απ’ αυτά τα όνειρα ίσως είχαν νόημα, αρκεί να το ανακάλυπτε. Η Ανάγια ισχυριζόταν ότι η Εγκουέν ήταν Ονειρεύτρια, ικανή να προβλέπει την πορεία μελλοντικών γεγονότων, κι αυτές οι γυναίκες πίστευαν το ίδιο, όμως έλεγαν ότι έπρεπε να το μάθει εκ των έσω. Εκτός αυτού, δεν ήξερε αν ήθελε να συζητήσει με οποιονδήποτε τα όνειρά της. Αυτές οι γυναίκες ήδη ήξεραν για το τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό της περισσότερα απ’ όσα ήθελε να ξέρουν. «Α... τι γίνεται με τις Ονειροβάτισσες που δεν είναι Σοφές; Θέλω να πω, βλέπετε καμιά φορά άλλες γυναίκες στον Τελ’αράν’ριοντ,»
«Μερικές φορές», είπε η Άμυς, «μα όχι συχνά. Αν μια γυναίκα δεν έχει έναν οδηγό να τη διδάξει, ίσως να μην συνειδητοποιήσει ότι δεν πρόκειται για ένα ασυνήθιστα ζωντανό όνειρο».
«Και φυσικά», είπε η Άμυς, «εφόσον δεν το γνωρίζει, ίσως το όνειρο τη σκοτώσει πριν αυτή προλάβει να μάθει...»
Η Εγκουέν χαλάρωσε, έχοντας αποφύγει το επικίνδυνο θέμα. Είχε πάρει περισσότερες απαντήσεις απ’ όσες έλπιζε. Ήδη ήξερε ότι αγαπούσε τον Γκάγουιν -Σίγουρα το ήξερες; ψιθύρισε μια φωνή. Ήσουν πρόθυμη να το παραδεχτείς;— και τα όνειρά του έδειχναν καθαρά ότι την αγαπούσε. Αν και φυσικά, αφού οι άνδρες μπορούσαν να πουν ξυπνητοί πράγματα τα οποία δεν εννοούσαν, ίσως μπορούσαν να τα ονειρευτούν κιόλας. Αλλά να το επιβεβαιώνουν κι οι Σοφές, ότι ο Γκάγουιν την αγαπούσε τόσο δυνατά που μπορούσε να υπερβεί το...
Όχι. Αυτό θα την απασχολούσε αργότερα. Δεν ήξερε καν πού στον κόσμο βρισκόταν ο Γκάγουιν. Το σημαντικό τώρα ήταν ότι γνώριζε τον κίνδυνο. Την επόμενη φορά θα μπορούσε να αναγνωρίσει τα όνειρά του και να τα αποφύγει. Αν στ’ αλήθεια θέλεις να τα αποφύγεις, ψιθύρισε η φωνούλα. Ευχήθηκε να περνούσαν οι Σοφές το κοκκίνισμα στα μάγουλά της για το ροδαλό χρώμα της υγείας. Ευχήθηκε να ήξερε τι σήμαιναν τα όνειρά της. Αν σήμαιναν κάτι.
Η Ηλαίην, μ’ ένα χασμουρητό, ανέβηκε σ’ ένα πέτρινο πεζούλι για να δει πάνω από τα κεφάλια του πλήθους. Δεν υπήρχαν στρατιώτες στο Σαλιντάρ σήμερα, όμως οι άνθρωποι είχαν γεμίσει τους δρόμους και κρέμονταν από τα παράθυρα, περιμένοντας με βουβή προσμονή, μ’ όλα τα βλέμματα στραμμένα στον Μικρό Πύργο. Οι μόνοι ήχοι ήταν το σύρσιμο των ποδιών και κανένα βήξιμο από τη σκόνη που σηκωνόταν. Παρά την πρωινή κάψα, οι άνθρωποι ήταν σχεδόν ακίνητοι, ανεμίζοντας κάποια βεντάλια ή καπέλο για να κάνουν λίγο αέρα.
Η Ληάνε στεκόταν στο άνοιγμα ανάμεσα σε δύο σπίτια με καλαμένιες στέγες, στο μπράτσο ενός ψηλού, σκληροπρόσωπου άνδρα, τον οποίο η Ηλαίην δεν είχε ξαναδεί. Σχεδόν είχε κολλήσει στο μπράτσο του. Σίγουρα ήταν κάποιος από τους πράκτορες της Ληάνε. Οι περισσότεροι πληροφοριοδότες των Άες Σεντάι ήταν γυναίκες, αλλά στη Ληάνε έμοιαζαν να είναι όλοι άνδρες. Δεν τους πολυφανέρωνε, όμως η Ηλαίην την είχε προσέξει μια-δυο φορές να χαϊδεύει ένα άγνωστο μάγουλο και να χαμογελά σε δυο άγνωστα της μάτια. Δεν είχε ιδέα πώς το κατάφερνε αυτό η Ληάνε. Η Ηλαίην ήταν σίγουρη ότι αν δοκίμαζε κι η ίδια αυτά τα Ντομανικά κόλπα σε κάποιον, αυτός θα πίστευε ότι του είχε υποσχεθεί πολύ περισσότερα απ’ όσα σκόπευε· όμως αυτοί οι άνδρες δέχονταν το χάδι και το χαμόγελο της Ληάνε κι έφευγαν χαρούμενοι σαν να είχαν κερδίσει ένα σεντούκι γεμάτο χρυσάφι.