Выбрать главу

Η Ηλαίην πρόσεξε τη Μπιργκίτε σε άλλο σημείο του πλήθους, η οποία πολύ σοφά σήμερα την απέφευγε. Έτσι για αλλαγή, εκείνη η απαίσια η Αράινα δεν φαινόταν πουθενά. Η νύχτα ήταν κάτι παραπάνω από εξοντωτική, κι η Ηλαίην είχε πέσει να πλαγιάσει μόνο όταν ο ουρανός είχε ήδη αρχίσει να φωτίζεται με μια σταχτιά απόχρωση. Η αλήθεια ήταν ότι δεν θα είχε πάει να κοιμηθεί, αν η Μπιργκίτε δεν είχε πει στην Ασμανάιλε ότι η Ηλαίην της φαινόταν κατάκοπη. Αυτό, όμως, δεν είχε να κάνει με το τι έδειχνε· ο δεσμός με έναν Πρόμαχο ήταν αμφίδρομος. Ε, λοιπόν, τι κι αν ήταν λιγάκι κουρασμένη; Είχε κάνει πολλές δουλειές, κι ακόμα μπορούσε να διαβιβάσει με περισσότερη δύναμη από τις μισές Άες Σεντάι του Σαλιντάρ. Ο δεσμός τής έλεγε πως η Μπιργκίτε ακόμα δεν είχε κοιμηθεί! Είχαν στείλει την Ηλαίην στο κρεβάτι σαν μαθητευόμενη, ενώ η Μπιργκίτε όλη νύχτα μετέφερε τραυματισμένους και καθάριζε τα χαλάσματα!

Έριξε μια ματιά κι είδε ότι η Ληάνε τώρα ήταν μόνη και στριμωχνόταν στο πλήθος, ώστε να βρει ένα καλό σημείο για να βλέπει. Ο ψηλός δεν φαινόταν πουθενά.

Η Νυνάβε, που χασμουριόταν με τα μάτια κουρασμένα, ανέβηκε πλάι στην Ηλαίην, αγριοκοιτάζοντας έναν ξυλοκόπο με δερμάτινο γιλέκο, ο οποίος παραλίγο θα προλάβαινε τη θέση. Αυτός, μουρμουρίζοντας μόνος του, ξαναχώθηκε στο πλήθος. Η Ηλαίην ευχήθηκε να μην το έκανε αυτό η Νυνάβε. Το χασμουρητό, όχι το άγριο βλέμμα. Και το δικό της σαγόνι έτριξε ανοίγοντας πλατιά πριν προλάβει να το σταματήσει. Η Μπιργκίτε είχε κάποια δικαιολογία —κάποια, ίσως· μια μικρή δικαιολογία— αλλά η Νυνάβε καμία. Η Τέοντριν σίγουρα δεν περίμενε απ’ αυτήν να μείνει ξύπνια μετά από τη χθεσινή νύχτα, κι η Ηλαίην είχε ακούσει την Ανάγια να λέει στη Νυνάβε να πάει στο κρεβάτι, όμως όταν είχε μπει στο δωμάτιο η Ηλαίην η Νυνάβε ήταν ακόμα εκεί, ισορροπώντας στο σκαμνί παρά το στραβό τώρα πια πόδι του, με το κεφάλι να γέρνει κάθε δύο λεπτά, μουρμουρίζοντας ότι θα της έδειχνε της Τέοντριν, ότι θα έδειχνε σε όλους.

Το βραχιόλι του α’ντάμ μετέφερε φόβο στην Ηλαίην, φυσικά, αλλά και κάτι που μπορεί να ήταν ευθυμία. Η Μογκέντιεν είχε περάσει τη νύχτα κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι της, απείραχτη, και, επειδή ήταν καλά κρυμμένη, χωρίς να μαζέψει ούτε σκουπιδάκι. Μάλιστα, είχε κοιμηθεί του καλού καιρού από τη στιγμή που είχαν καταλαγιάσει οι πρώτες φασαρίες. Απ’ ό,τι φαινόταν, το παλιό γνωμικό για την τύχη του Σκοτεινού καμιά φορά έβγαινε αληθινό.

Η Νυνάβε χασμουρήθηκε γι’ άλλη μια φορά κι η Ηλαίην τράβηξε απότομα το βλέμμα αλλού. Ακόμα κι έτσι, αναγκάστηκε να χώσει τη γροθιά στο στόμα της, προσπαθώντας χωρίς αποτέλεσμα να μη τη μιμηθεί. Το σύρσιμο των ποδιών και τα βηξίματα τώρα φανέρωναν ανυπομονησία.

Οι Καθήμενες ήταν ακόμα στον Μικρό Πύργο μαζί με την Τάρνα, αλλά το μουνούχι της Κόκκινης, σκούρο με βούλες, ήδη στεκόταν στο δρόμο μπροστά στο πρώην πανδοχείο, και δώδεκα Πρόμαχοι κρατούσαν τα γκέμια των αλόγων τους, ενώ οι μανδύες τους που άλλαζαν χρώμα ζάλιζαν το βλέμμα· ήταν η τιμητική συνοδεία για τα πρώτα μίλια του ταξιδιού της επιστροφής της Τάρνα στην Ταρ Βάλον. Το πλήθος περίμενε για κάτι περισσότερο από την αναχώρηση της απεσταλμένης του Πύργου, αν κι οι περισσότεροι έδειχναν να μοιράζονται την εξάντληση που ένιωθε η Ηλαίην.

«Λες κι είναι... λες και...» Η Νυνάβε έμεινε με το στόμα ανοιχτό, κρύβοντάς το με το χέρι της.

«Ω, μα το αίμα και τις στάχτες», μουρμούρισε η Ηλαίην, ή τουλάχιστον προσπάθησε. Μετά το «ω», όλα βγήκαν σαν πνιγμένο κρώξιμο γύρω από τη γροθιά που έχωσε στο στόμα της. Η Λίνι έλεγε ότι τέτοια σχόλια ήταν σημάδι ενός αργού μυαλού κι ενός στομωμένου πνεύματος —ενώ μετά σου έπλενε το στόμα— αλλά μερικές φορές τίποτα άλλο δεν μπορούσε να συνοψίσει τα συναισθήματά σου με τόσο λίγες λέξεις. Θα συνέχιζε και μ’ άλλα, μα δεν βρήκε την ευκαιρία.

«Γιατί δεν της δίνουν κι άγημα, εδώ που φτάσαμε;» μούγκρισε η Νυνάβε. «Δεν καταλαβαίνω γιατί κάνουν τόση φασαρία γι’ αυτήν». Και χασμουρήθηκε. Πάλι!

«Επειδή είναι Άες Σεντάι, αγουροξυπνημένη», είπε η Σιουάν, φτάνοντας δίπλα τους. «Δύο αγουροξυπνημένες», πρόσθεσε ρίχνοντας μια ματιά στην Ηλαίην. «Θα πιάσεις σαρδέλες αν ξανανοίξεις έτσι το στόμα σου». Η Ηλαίην έκλεισε σφιχτά το στόμα και την κοίταξε με το πιο παγερό βλέμμα της. Ως συνήθως, το βλέμμα γλίστρησε από πάνω της σαν βροχή από στέγη με βερνικωμένα τούβλα. «Η Τάρνα είναι Άες Σεντάι, κορίτσια», συνέχισε η Σιουάν, κοιτώντας τα άλογα που περίμεναν. Ή ίσως αυτό που είχε προσελκύσει το βλέμμα της να ήταν το καθαρό κάρο που είχαν φέρει μπροστά στο πέτρινο κτήριο. «Οι Άες Σεντάι είναι Άες Σεντάι, κι αυτό δεν αλλάζει με τίποτα». Η Σιουάν δεν πρόσεξε το βλέμμα που της έριξε η Νυνάβε.