Выбрать главу

Η Ηλαίην χάρηκε που η Νυνάβε κράτησε το στόμα της κλειστό· η προφανής απάντηση θα έτσουζε. «Πόσες ήταν οι απώλειες της νύχτας;»

Η Σιουάν απάντησε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από το σημείο όπου θα εμφανιζόταν η Τάρνα. «Επτά νεκροί, εδώ στο χωριό. Κοντά στους εκατό στα στρατόπεδα των στρατιωτών. Υπήρχαν τόσα σπαθιά και πελέκεις και τα λοιπά που κείτονταν τριγύρω, και δεν υπήρχε καμία αδελφή να διαβιβάσει και να τα σταματήσει. Υπάρχουν αδελφές εκεί πέρα τώρα, που Θεραπεύουν».

«Ο Άρχοντας Γκάρεθ;» ρώτησε η Ηλαίην, με κάποια αγωνία. Ο άνθρωπος μπορεί τώρα να της φερόταν ψυχρά, αλλά κάποτε είχε έτοιμο το χαμόγελο για ένα παιδί και μια τσέπη που είχε πάντα καραμέλες.

Η Σιουάν ξεφύσησε τόσο δυνατά που μερικοί γύρισαν να την κοιτάξουν. «Α, αυτός», μουρμούρισε. «Και λιονταρόψαρο να τον δάγκωνε, θα έσπαζε τα δόντια του».

«Πολύ ευδιάθετη σε βρίσκω σήμερα», είπε η Νυνάβε. «Μήπως έμαθες τελικά ποιο θα είναι το μήνυμα του Πύργου; Σου ζήτησε ο Γκάρεθ Μπράυν να τον παντρευτείς; Πέθανε κανείς και σου άφησε—;»

Η Ηλαίην προσπάθησε να μην κοιτάζει τη Νυνάβε· ακόμα κι ο ήχος του χασμουρητού έκανε το στόμα της να ανοίξει.

Η Σιουάν κοίταξε ήρεμα τη Νυνάβε, αλλά αυτή τη φορά η άλλη της το ανταπέδωσε εξίσου ατάραχα, αν και με τα μάτια κουρασμένα.

«Αν έχεις μάθει κάτι», παρενέβη η Ηλαίην πριν εκείνες οι δύο αρχίσουν τις αγριεμένες ματιές, «πες το μας».

«Πράγματι, μια γυναίκα που ισχυρίζεται πως είναι Άες Σεντάι τη στιγμή που δεν είναι», μουρμούρισε η Σιουάν με τόνο σαν να εξέφραζε μια σκέψη που περνούσε αδιάφορα από το νου της, «βρίσκεται σε πολύ άσχημη θέση, αλλά αν επίσης έχει ισχυριστεί πως ανήκει σε ένα συγκεκριμένο Άτζα, αυτό το Άτζα έχει πρώτο από τα άλλα το δικαίωμα να τη δεχτεί για μέλος του. Μήπως έτυχε να σας πει ποτέ η Μυρέλ για μια γυναίκα την οποία έπιασε να λέει ότι ήταν Πράσινη; Ρωτήστε την κάποια φορά που θα έχει μια-δυο ώρες ελεύθερες. Τόσο θέλει για να πεις αυτή την ιστορία. Η Μυρέλ της έδωσε ένα καλό μάθημα, τόσο που σίγουρα η ανόητη κοπέλα παρακαλά να την είχαν σιγανέψει και να της είχαν κόψει το κεφάλι».

Για κάποιο λόγο, αυτή η απειλή στάθηκε αναποτελεσματική, όπως το άγριο βλέμμα πριν στη Νυνάβε, χωρίς να προκαλέσει ούτε καν ένα τρέμουλο. Ίσως να ήταν κι οι δύο πολύ κουρασμένες. «Πες μου τι ξέρεις», είπε η Ηλαίην με χαμηλή φωνή, «αλλιώς την επόμενη φορά που θα βρεθούμε μόνες, θα σε μάθω τι στάση πρέπει να κρατάς, κι αν θέλεις μετά τρέξε στη Σέριαμ να κλαφτείς». Τα μάτια της Σιουάν στένεψαν και ξαφνικά η Ηλαίην άφησε μια ψιλή κραυγούλα κι έφερε το χέρι στο γοφό της.

Η Σιουάν μάζεψε εντελώς απροκάλυπτα το χέρι με το οποίο την είχε τσιμπήσει. «Δεν μ’ αρέσουν οι απειλές, μικρή μου. Ξέρεις κι εσύ πολύ καλά τι είπε η Ελάιντα· το είδες πριν από οποιαδήποτε άλλη εδώ».

«Γυρίστε πίσω· όλα συγχωρούνται;» είπε η Νυνάβε χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της.

«Πάνω κάτω. Κάτι σαχλαμάρες για τον Πύργο, που πρέπει τώρα περισσότερο από ποτέ να είναι ενωμένος, και κάτι πονηρά ότι καμία δεν πρέπει να φοβάται, εκτός από κείνες που “υπηρέτησαν την πραγματική εξέγερση”. Το Φως μόνο ξέρει τι σημαίνει αυτό. Εγώ πάντως όχι».

«Γιατί το κρατάνε μυστικό;» απαίτησε να μάθει η Ηλαίην. «Δεν μπορεί να πιστεύουν ότι θα βρεθούν κάποιες που να γυρίσουν στην Ελάιντα. Αρκεί να φανερώσουν τον Λογκαίν». Η Σιουάν δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταξε συνοφρυωμένη τους Πρόμαχους που περίμεναν.

«Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί ζητούν επιπλέον χρόνο», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν». Η Σιουάν έμεινε αμίλητη, όμως η Νυνάβε σήκωσε αργά τα φρύδια. «Δεν ήξερες την απάντησή τους».

«Την ξέρω τώρα». Η Σιουάν πρόφερε κοφτά τις λέξεις κι είπε κάτι μέσα από τα δόντια της για «ανόητες που τρέμουν τα γόνατά τους». Η Ηλαίην μέσα της συμφώνησε.

Ξαφνικά άνοιξε η εξώπορτα του κτηρίου που κάποτε ήταν πανδοχείο. Έξι Καθήμενες βγήκαν έξω με τα επώμιά τους, μια από κάθε Άτζα, και μετά η Τάρνα, ακολουθούμενη από τις υπόλοιπες. Αν ο κόσμος που περίμενε πίστευε ότι θα έβλεπε κάποια τελετή, τον περίμενε μεγάλη απογοήτευση. Καθώς ανέβαινε στη σέλα, η Τάρνα κοίταξε τις Καθήμενες, έριξε μια ματιά στο πλήθος με ανέκφραστο πρόσωπο, και μετά χτύπησε με τις φτέρνες το άλογο για να ξεκινήσει αργά. Μαζί της κινήθηκε η συνοδεία των Προμάχων που την περικύκλωναν. Ένα ανήσυχο βουητό, σαν τον ήχο ενοχλημένου μελισσιού, υψώθηκε από τους θεατές καθώς παραμέριζαν.