Выбрать главу

Το μουρμουρητό κράτησε ώσπου η Τάρνα χάθηκε από τα μάτια τους, βγαίνοντας από το χωριό, κι η Ρομάντα ανέβηκε στο κάρο, σιάζοντας επιδέξια το επώμιό της με τα κίτρινα κρόσσια. Έπεσε βαριά σιωπή. Κατά παράδοση, οι πρεσβύτερες Καθήμενες έκαναν τις διακηρύξεις τους από την Αίθουσα. Η Ρομάντα, φυσικά, δεν περπατούσε σαν ηλικιωμένη γυναίκα, και το πρόσωπό της ήταν αγέραστο όπως των άλλων αδελφών, αλλά οι πινελιές των γκρίζων μαλλιών έδειχναν ότι ήταν μεγάλη στα χρόνια ακόμα και για Άες Σεντάι, κι ο κότσος που ήταν μαζεμένος στη ρίζα του σβέρκου της ήταν ανοιχτόγκριζος χωρίς κανένα ίχνος πιο σκούρων μαλλιών. Η Ηλαίην αναρωτήθηκε πόσων χρόνων ήταν, όμως το να ρωτήσεις την ηλικία μιας Άες Σεντάι αποτελούσε τη μέγιστη αγένεια.

Η Ρομάντα ύφανε απλές ροές Αέρα για να ακουστεί καθαρά η ψηλή σοπράνο φωνή της· τα λόγια της έφτασαν στην Ηλαίην σαν να ήταν οι δυο τους πρόσωπο με πρόσωπο. «Πολλοί από σας αγωνιάτε τις τελευταίες μέρες, μα δεν χρειάζεται. Αν δεν είχε έρθει σε μας η Τάρνα Σεντάι, τότε θα είχαμε στείλει εμείς απεσταλμένες στον Λευκό Πύργο. Στο κάτω-κάτω, δεν μπορεί κανείς να πει ότι κρυβόμαστε εδώ». Κοντοστάθηκε, λες κι ήθελε να δώσει στο πλήθος χρόνο να γελάσει, όμως οι άνθρωποι απλώς έμειναν να την κοιτάζουν κι η Ρομάντα έσιαξε το επώμιό της. «Ο σκοπός μας εδώ δεν έχει αλλάξει. Θέλουμε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, να κάνουμε το σωστό...»

«Σωστό για ποιον;» μουρμούρισε η Νυνάβε.

«...κι ούτε θα καμφθούμε, ούτε θα υποχωρήσουμε. Πηγαίνετε στις δουλειές που έχετε να κάνετε, βέβαιοι ότι θα παραμείνετε ασφαλείς στα χέρια μας, τώρα και μετά τη βέβαιη επιστροφή στις πρέπουσες θέσεις μας στον Λευκό Πύργο. Το Φως να σας φωτίζει όλους. Το Φως να μας φωτίζει όλους».

Πάλι υψώθηκε μουρμουρητό, και το πλήθος άρχισε να κινείται αργά καθώς η Ρομάντα κατέβαινε στο έδαφος. Το πρόσωπο της Σιουάν έμοιαζε σκαλισμένο σε πέτρα· τα χείλη της ήταν σφιγμένα, κάτασπρα. Η Ηλαίην ήθελε να κάνει ερωτήσεις, όμως η Νυνάβε πήδηξε από το πεζούλι και ξεκίνησε προς το διώροφο κτήριο σπρώχνοντας τον κόσμο. Η Ηλαίην την ακολούθησε γοργά. Την περασμένη νύχτα η Νυνάβε ήταν έτοιμη να αποκαλύψει χωρίς δεύτερη σκέψη όσα είχαν μάθει· έπρεπε να τα παρουσιάσουν με προσοχή, για να μεταπείσουν την Αίθουσα. Και σίγουρα έπρεπε να τη μεταπείσουν. Η διακήρυξη της Ρομάντα ήταν ένα μάτσο αοριστίες. Η Σιουάν είχε ταραχτεί ακούγοντάς την.

Ενώ σκουντούσε δύο γεροδεμένα παλικάρια που αγριοκοίταζαν την πλάτη της Νυνάβε —είχε πατήσει τα πόδια τους για να περάσει— η Ηλαίην έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της κι είδε τη Σιουάν να κοιτάζει την ίδια και τη Νυνάβε. Μόνο για μια στιγμή· μόλις η Σιουάν κατάλαβε ότι η Ηλαίην την είχε δει, προσποιήθηκε ότι βρήκε κάποιον στο πλήθος και πήδηξε κάτω σαν να πήγαινε κοντά του. Η Ηλαίην συνοφρυώθηκε και προχώρησε βιαστικά. Ήταν ταραγμένη ή Σιουάν ή δεν ήταν; Πόσο μέρος του εκνευρισμού και της άγνοιάς της ήταν απλώς υποκριτικό; Η ιδέα της Νυνάβε να το σκάσουν για το Κάεμλυν —η Ηλαίην δεν ήξερε αν η άλλη το πίστευε ακόμα— ήταν κάτι χειρότερο από ανοησία, αλλά η ίδια προσωπικά ανυπομονούσε να πάνε στο Έμπου Νταρ, να κάνουν κάτι πραγματικά ωφέλιμο. Όλα αυτά τα μυστικά κι οι υποψίες ήταν σαν μια φαγούρα που δεν μπορούσε να ανακουφίσει. Μακάρι να μην έκανε καμιά γκάφα η Νυνάβε.

Η Ηλαίην πρόφτασε τη Νυνάβε τη στιγμή που εκείνη πρόφταινε τη Σέριαμ, κοντά στο κάρο απ’ όπου είχε μιλήσει η Ρομάντα. Εκεί ήταν επίσης η Μόρβριν κι η Καρλίνυα, φορώντας κι οι τρεις τα επώμιά τους. Όλες οι Άες Σεντάι φορούσαν επώμιο αυτό το πρωί. Τα κοντά μαλλιά της Καρλίνυα, που ήταν χτενισμένα ώστε να σχηματίζουν ένα σκουφάκι από μελαχρινές μπούκλες, ήταν το μόνο δείγμα της καταστροφής που παραλίγο θα πάθαιναν στον Τελ’αράν’ριοντ.

«Πρέπει να σου μιλήσουμε μόνες», είπε στη Σέριαμ η Νυνάβε. «Κατ’ ιδίαν».

Η Ηλαίην αναστέναξε. Δεν ήταν η καλύτερη αρχή, μα δεν ήταν κι η χειρότερη.

Η Σέριαμ τις περιεργάστηκε για μια στιγμή και μετά έριξε μια ματιά στη Μόρβριν και την Καρλίνυα κι είπε, «Πολύ καλά. Μέσα».

Όταν γύρισαν, η Ρομάντα ήταν ανάμεσα στις ίδιες και την πόρτα, μια στιβαρή, εμφανίσιμη γυναίκα με μαύρα μάτια, φορώντας το επώμιο με τα κίτρινα κρόσσια που ήταν όλο κεντημένο με λουλούδια, κλήματα και τη Φλόγα της Ταρ Βάλον ψηλά ανάμεσα στους ώμους. Αγνόησε τη Νυνάβε και χαμογέλασε ζεστά στην Ηλαίην, με ένα χαμόγελο από κείνα που η Ηλαίην είχε μάθει να περιμένει και να φοβάται από τις Άες Σεντάι. Το πρόσωπο, όμως, που έστρεψε στη Σέριαμ και την Καρλίνυα και τη Μόρβριν ήταν πολύ διαφορετικό. Τις κοίταξε ανέκφραστα, με το κεφάλι ψηλά, ώσπου εκείνες έκλιναν ελαφρά το γόνυ και μουρμούρισαν, «Με την άδειά σου, Αδελφή». Μόνο τότε παραμέρισε, αλλά ξεφυσώντας δυνατά.