«Γιατί στο Φως να κάνουμε τέτοιο πράγμα;» μπουμπούνισε η Μόρβριν.
«Νόμιζα ότι σου το είχε πει η Νυνάβε, Άες Σεντάι. Δεν είμαι βέβαιη, αλλά πιστεύω ότι για να λειτουργήσει η γαβάθα χρειάζεται να διαβιβάσει επίσης κι ένας άνδρας».
Αυτό βέβαια προκάλεσε σούσουρο. Η Καρλίνυα άφησε μια κοφτή κραυγή κι η Μόρβριν άρχισε να μονολογεί μουρμουριστά, ενώ η Σέριαμ έφτασε στο σημείο να μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο. Κι η Νυνάβε είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, αλλά μόνο για μια στιγμή· η Ηλαίην ήταν σίγουρη ότι το είχε κρύψει πριν το προσέξουν οι άλλες. Ήταν αποσβολωμένες και δεν είχαν ισχυρή αντίληψη. Το θέμα ήταν πως αυτό που είχε πει ήταν ένα σκέτο ψέμα. Το κλειδί ήταν η απλότητά του. Οι πιο λαμπροί άθλοι στην Εποχή των Θρύλων υποτίθεται πως είχαν γίνει από άνδρες και γυναίκες που διαβίβαζαν μαζί, μάλλον συνδεμένοι. Ήταν πολύ πιθανό πως υπήρχαν όντως τερ’ανγκριάλ που, για να λειτουργήσουν, χρειαζόταν να διαβιβάσει ένας άνδρας. Εν πάση περιπτώσει, αν δεν μπορούσε αυτή να χειριστεί τη γαβάθα μόνη της, τότε σίγουρα δεν θα μπορούσε και καμία άλλη στο Σαλιντάρ. Με εξαίρεση τη Νυνάβε, ίσως. Αν γι’ αυτή τη δουλειά χρειαζόταν ο Ραντ, τότε δεν μπορούσαν να αφήσουν την ευκαιρία να κάνουν κάτι για τον καιρό· όταν πια θα «ανακάλυπτε» ότι τη γαβάθα μπορούσε να τη χειριστεί ένας κύκλος γυναικών, οι Άες Σεντάι θα είχαν προχωρήσει στη συνεργασία με τον Ραντ και δεν θα μπορούσαν να κάνουν πίσω.
«Ωραία και καλά όλα αυτά», είπε τελικά η Σέριαμ, «αλλά δεν αλλάζουν το γεγονός ότι είστε Αποδεχθείσες. Θα στείλουμε επιστολή στη Μέριλιλ. Έχουμε συζητήσει για τις δυο σας—»
«Συζητήσατε», ξέσπασε η Νυνάβε. «Μόνο αυτό κάνετε, κι εσείς κι η Αίθουσα. Συζητάτε! Η Ηλαίην κι εγώ μπορούμε να βρούμε αυτό το τερ’ανγκριάλ, όμως εσείς θα προτιμούσατε να συνεχίσετε τη φλυαρία σαν χήνες που γεννάνε αυγά». Τα λόγια ξεχύθηκαν βιαστικά από μέσα της, το ένα πάνω στο άλλο. Έσφιγγε τόσο δυνατά την πλεξούδα της, ώστε η Ηλαίην περίμενε πως σε λίγο θα της έμενε στο χέρι. «Κάθεστε εδώ κι ελπίζετε ότι ο Θομ κι ο Τζούιλιν κι οι άλλοι θα επιστρέψουν και θα σας πουν ότι οι Λευκομανδίτες δεν θα πέσουν πάνω μας σαν θύελλα —ενώ μπορεί να γυρίσουν με τους Λευκομανδίτες να τους έχουν πάρει στο κατόπι. Κάθεστε και σκαλίζετε το πρόβλημα της Ελάιντα αντί να κάνετε αυτό που είπατε ότι θα κάνατε, ενώ ακόμα το σκέφτεστε για τον Ραντ. Μήπως ξέρετε πια τι στάση θα κρατήσετε απέναντι του; Το ξέρετε ή όχι τη στιγμή που η αντιπροσωπεία σας κατευθύνεται προς το Κάεμλυν; Ξέρετε γιατί κάθεστε και συζητάτε; Εγώ ξέρω! Φοβάστε. Φοβάστε το ότι ο Πύργος διαιρέθηκε, φοβάστε τον Ραντ, τους Αποδιωγμένους, το Μαύρο Άτζα. Χθες το βράδυ της Ανάγια της ξέφυγε ότι έχετε έτοιμο σχέδιο σε περίπτωση που επιτεθεί κάποιος Αποδιωγμένος. Βάλατε τόσους κύκλους να συνδεθούν, ακριβώς πάνω στη φυσαλίδα του κακού —πιστεύετε πια ότι αυτό ήταν;— μα ήταν άσχημα οργανωμένοι κι οι περισσότεροι είχαν περισσότερες μαθητευόμενες παρά Άες Σεντάι. Επειδή λίγες μόνο Άες Σεντάι το ήξεραν εκ των προτέρων. Νομίζετε ότι το Μαύρο Άτζα είναι εδώ στο Σαλιντάρ. Φοβόσασταν ότι το σχέδιό σας ίσως μαθευόταν από τον Σαμαήλ ή από κάποιον από τους υπόλοιπους. Δεν εμπιστεύεστε η μία την άλλη. Δεν εμπιστεύεστε κανέναν! Γι’ αυτό δεν μας στέλνετε στο Έμπου Νταρ; Νομίζετε ότι εμείς είμαστε του Μαύρου Άτζα, ή ότι θα το σκάσουμε για να πάμε στον Ραντ, ή... ή...!» Η φωνή της έσβησε μέσα σε άναρθρους ήχους αγανάκτησης με την ανάσα της λαχανιασμένη. Από τη στιγμή που είχε αρχίσει να τους τα ψάλλει, δεν είχε πάρει σχεδόν καθόλου ανάσα. Το πρώτο ένστικτο της Ηλαίην ήταν να μπαλώσει την κατάσταση με κάποιον τρόπο, αν και δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς θα το έκανε. Θα ’ταν σαν να προσπαθούσε να μπαλώσει ένα σφουγγάρι. Οι Άες Σεντάι όμως την έκαναν να ξεχάσει την ανησυχία της μήπως η Νυνάβε τα είχε χαλάσει όλα. Τα ανέκφραστα πρόσωπα, τα μάτια που έδειχναν ικανά να κοιτάξουν μέσα από πέτρα, κανονικά δεν έπρεπε να αποκαλύπτουν τίποτα. Γι’ αυτήν, όμως, αποκάλυπταν κάτι. Δεν υπήρχε ο ψυχρός φόβος που θα έπρεπε να νιώθουν για κάποια που είχε κάνει την ανοησία να ξεσπάσει εναντίον των Άες Σεντάι. Συγκάλυπταν κάτι και το μόνο που είχαν να κρύψουν ήταν η αλήθεια, μια αλήθεια που δεν ήθελαν να την παραδεχτούν ούτε στον εαυτό τους. Φοβούνταν.