«Τελείωσες;» ρώτησε η Καρλίνυα, με φωνή που θα μπορούσε να παγώσει τον ήλιο στο διάβα του.
Η Ηλαίην φτερνίστηκε, χτυπώντας το κεφάλι της στο τοίχωμα της αναποδογυρισμένης χύτρας. Η μυρωδιά της καμένης σούπας της γέμιζε τη μύτη. Ο πρωινός ήλιος ζέσταινε το σκοτεινό εσωτερικό της μεγάλης κατσαρόλας και την έκανε να μοιάζει σαν να ήταν ακόμα στη φωτιά· ο ιδρώτας έσταζε από πάνω της. Οχι, δεν έσταζε, κυλούσε. Έριξε κάτω την τραχιά ελαφρόπετρα, βγήκε προς τα πίσω γονατιστή, κι αγριοκοίταξε τη γυναίκα δίπλα της. Ή μάλλον τη μισή γυναίκα που ξεπρόβαλλε από μια κάπως μικρότερη κατσαρόλα που ήταν γερμένη στο πλάι. Χτύπησε σκληρά με το δάχτυλο το γοφό της Νυνάβε και χαμογέλασε βλοσυρά όταν το χτύπημα έκανε να ακουστεί το χτύπημα ενός κεφαλιού στο σίδερο και μια κραυγούλα. Η Νυνάβε οπισθοχώρησε με μια απειλητική ματιά, η οποία δεν απάλυνε καθόλου το χασμουρητό που έκρυψε με το λερωμένο χέρι της. Η Ηλαίην δεν της άφησε την ευκαιρία να μιλήσει.
«Ήταν ανάγκη να ξεσπάσεις, ε; Δεν μπορούσες να κρατήσεις τα νεύρα σου πέντε λεπτά. Τα είχαμε όλα μπροστά μας και πήγες και μας έβαλες τρικλοποδιά».
«Ούτως ή άλλως, δεν θα μας άφηναν να πάμε στο Έμπου Νταρ», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Και δεν μας έβαλα μόνο εγώ τρικλοποδιά». Σήκωσε αυταρχικά το πηγούνι με γελοίο τρόπο κι αναγκάστηκε να κοιτάξει λοξά για να δει την Ηλαίην. «“Οι Άες Σεντάι ορίζουν το φόβο τους”», είπε με τόνο λες και μάλωνε έναν μεθυσμένο ακαμάτη που είχε πέσει στο άλογό της, «“δεν τον αφήνουν να τις ορίζει. Ηγηθείτε και θα σας ακολουθήσουμε μετά χαράς, αλλά πρέπει να ηγηθείτε, όχι να ζαρώνετε και να ελπίζετε ότι κάτι θα διώξει τα προβλήματά σας”».
Τα μάγουλα της Ηλαίην κοκκίνισαν. Δεν είχε τέτοιο ύφος όταν τα έλεγε. Και σίγουρα δεν ήταν τέτοιος ο τόνος της. «Τέλος πάντων, ίσως κι οι δύο να αφήσαμε την κοινή λογική κατά μέρος, αλλά—» Σταμάτησε να μιλά όταν άκουσε ένα βήμα.
«Μπα, τα αγαπημένα τέκνα των Άες Σεντάι αποφάσισαν να κάνουν ένα διαλειμματάκι, ε;» Το χαμόγελο της Φαολάιν ήταν όσο στερημένο από φιλικότητα μπορούσε να είναι ένα χαμόγελο. «Δεν ήρθα εδώ επειδή το διασκεδάζω, ξέρετε. Ήθελα να περάσω τη μέρα δουλεύοντας σε κάτι δικό μου, κάτι που δεν είναι πολύ κατώτερο από αυτά που έχετε κάνει εσείς, τα χρυσά παιδιά. Αντί γι’ αυτό, είμαι αναγκασμένη να παρακολουθώ Αποδεχθείσες να καθαρίζουν κατσαρολικά για τις αμαρτίες τους. Και σας παρακολουθώ μη τυχόν και το σκάσετε σαν κάτι θλιβερές μαθητευόμενες, όπως θα έπρεπε να είστε. Ξαναπιάστε δουλειά τώρα. Δεν μπορώ να φύγω, αν δεν τελειώσετε, και δεν θέλω να φάω όλη τη μέρα μου εδώ».
Η μελαψή γυναίκα με τα κατσαρά μαλλιά ήταν σαν την Τέοντριν, κάτι παραπάνω από Αποδεχθείσα, μα κατώτερη από Άες Σεντάι. Όπως θα ήταν η Ηλαίην κι η Νυνάβε, αν η Νυνάβε δεν είχε φερθεί σαν γάτα που της είχαν πατήσει την ουρά. Αν δεν είχαν φερθεί έτσι κι οι δύο, διόρθωσε νοερά η Ηλαίην. Τους το είχε πει σχεδόν καθαρά η Σέριαμ, ενώ τους έλεγε πόσο καιρό θα περνούσαν τις «ελεύθερες ώρες» τους στην κουζίνα, κάνοντας τις πιο βρώμικες δουλειές που θα έβρισκαν οι μαγείρισσες. Αλλά έπρεπε να ξεχάσουν το Έμπου Νταρ· κι αυτό επίσης το είχε αποσαφηνίσει. Θα έστελναν γράμμα στη Μέριλιλ ως το μεσημέρι, και μπορεί να το είχαν ήδη στείλει.
«Λυπάμαι», είπε η Νυνάβε, κι η Ηλαίην την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Η συγγνώμη της Νυνάβε ήταν σπάνια σαν χιόνι το κατακαλόκαιρο.
«Κι εγώ λυπάμαι, Νυνάβε».
«Ναι, λυπάστε», είπε η Φαολάιν. «Είστε όλο θλίψη. Άντε στη δουλειά τώρα! Πριν βρω λόγο και σας στείλω στην Τιάνα όταν ξεμπερδέψετε από δω».
Ρίχνοντας ένα πικρό βλέμμα στη Νυνάβε, η Ηλαίην ξανασύρθηκε στη χύτρα κι επιτέθηκε στην καρβουνιασμένη σούπα με την ελαφρόπετρα σαν να χιμούσε στη Φαολάιν. Τριμμένη πέτρα και κομματάκι από τα καμένα λαχανικά πετάχτηκαν στον αέρα. Όχι, όχι στη Φαολάιν. Στις Άες Σεντάι, που κάθονταν ενώ έπρεπε να δραστηριοποιηθούν. Θα πήγαινε στο Έμπου Νταρ, θα έβρισκε το τερ’ανγκριάλ, και θα το χρησιμοποιούσε για να φέρει τη Σέριαμ και τις υπόλοιπες με το μέρος του Ραντ. Γονατιστές! Το φτέρνισμα της παραλίγο θα τίναζε τα παπούτσια από τα πόδια της.
Η Σέριαμ γύρισε από κει που παρακολουθούσε τις νεαρές μέσα από μια χαραμάδα του φράχτη κι άρχισε να ανεβαίνει το στενάκι με την ασθενική σοδειά των μαραμένων αγριόχορτων και του ξερού γρασιδιού. «Μετανιώνω γι’ αυτό». Συλλογίστηκε τα λόγια της Νυνάβε και τον τόνο της —και της Ηλαίην, αυτού του ταλαιπωρημένου παιδιού!— και πρόσθεσε, «Μέχρι ενός σημείου».