Η Καρλίνυα την κοίταξε χλευαστικά. Ήταν καλή σ’ αυτό. «Θέλεις να πεις σε μια Αποδεχθείσα κάτι που ξέρουν λιγότερες από είκοσι τέσσερις Άες Σεντάι;» Το στόμα της έκλεισε απότομα όταν η Σέριαμ της έριξε μια κοφτή ματιά.
«Υπάρχουν αυτιά ακόμα κι εκεί που δεν το περιμένουμε», είπε μαλακά η Σέριαμ.
«Για ένα πράγμα έχουν δίκιο αυτές οι κοπέλες», είπε η Μόρβριν. «Μου κόβονται τα γόνατα με τον αλ’Θόρ. Τι επιλογές μάς έμειναν μαζί του;»
Η Σέριαμ αναρωτιόταν μήπως εδώ και καιρό δεν είχαν επιλογές. Συνέχισαν να προχωρούν σιωπηλές.
16
Τα Λόγια του Τροχού
Με το Σκήπτρο του Δράκοντα στα γόνατα, ο Ραντ αναπαυόταν στο Θρόνο του Δράκοντα. Ή τουλάχιστον έκανε ότι αναπαυόταν. Οι θρόνοι δεν ήταν φτιαγμένοι για να χαλαρώνεις, πολύ λιγότερο αυτός, έτσι του φαινόταν, αλλά αυτό ήταν ένα μόνο μέρος της δυσκολίας. Ένα άλλο ήταν ότι επίσης ένιωθε την Αλάνα, κάτι που τον έτρωγε μέσα του. Αν το έλεγε στις Κόρες, αυτές θα... Όχι. Πώς ήταν δυνατόν έστω και να σκεφτεί κάτι τέτοιο; Την είχε τρομάξει αρκετά και δεν θα σήκωνε πια κεφάλι· η Αλάνα δεν είχε προσπαθήσει καθόλου να μπει στην Έσω Πόλη. Ο Ραντ θα το μάθαινε αν το επιχειρούσε. Όχι, προς το παρόν η Αλάνα ήταν μικρότερο πρόβλημα από το μαξιλαράκι του θρόνου το οποίο δεν έκανε δουλειά.
Παρά το γαλάζιο ασημοκέντητο σακάκι που ήταν κουμπωμένο ως το λαιμό, η ζέστη δεν τον άγγιζε —τώρα είχε καταλάβει καλύτερα το τέχνασμα του Τάιμ— αλλά, αν η ανυπομονησία προκαλούσε ιδρώτα, τώρα ο Ραντ θα έσταζε σαν να είχε βγει από ποτάμι. Δεν του ήταν δύσκολο να μείνει δροσερός. Δύσκολο του ήταν να μείνει ακίνητος. Σκοπός του ήταν να παραδώσει στην Ηλαίην ένα Άντορ ολόκληρο κι άθικτο, κι αυτό το πρωί θα έκανε το πρώτο πραγματικό βήμα για να το πετύχει. Αν εκείνες έφταναν κάποια στιγμή.
«...κι επιπροσθέτως», είπε με μονότονη φωνή ο ψηλός ξερακιανός που στεκόταν μπροστά στο Θρόνο, «1423 πρόσφυγες από το Μουράντυ, 567 από την Αλτάρα κι 109 από το Ίλιαν. Στο βαθμό που έχει προχωρήσει η καταμέτρηση εντός της κύριας πόλης, σπεύδω να προσθέσω». Του Χάλγουιν Νόρυ του είχαν μείνει κάτι λίγες τούφες γκρίζων μαλλιών και τώρα είχαν ορθωθεί σαν φτερά για γράψιμο πίσω από τα αυτιά του, κάτι που του ταίριαζε, μιας κι ήταν ο αρχιγραφιάς της Μοργκέις. «Προσέλαβα είκοσι τρεις γραφείς επιπροσθέτως για την καταγραφή, αλλά οι αριθμοί ακόμα είναι ανεπαρκείς για...»
Ο Ραντ έπαψε να τον ακούει. Παρ’ όλο που ένιωθε ευγνωμοσύνη που ο άνθρωπος αυτός δεν το είχε σκάσει, όπως είχαν κάνει τόσοι και τόσοι άλλοι, δεν ήταν βέβαιος ότι ο Νόρυ θεωρούσε πραγματικό οτιδήποτε έξω από τους αριθμούς στα κατάστιχα του. Ανακοίνωνε με τον ίδιο κουραστικό τόνο τον αριθμό των νεκρών της βδομάδας και την τιμή των γογγυλιών που έφερναν από την ύπαιθρο, φρόντιζε για τις καθημερινές ταφές των προσφύγων που πέθαιναν δίχως χρήματα και φίλους με την ίδια έλλειψη φρίκης και χαράς που έδειχνε όταν προσλάμβανε λιθοδόμους για να ελέγξουν τις επισκευές στα τείχη της πόλης. Το Ίλιαν γι’ αυτόν ήταν άλλη μία πόλη, όχι η φωλιά του Σαμαήλ, κι ο Ραντ ήταν άλλος ένας κυβερνήτης.
Πού είναι; αναρωτήθηκε με λύσσα. Γιατί δεν προσπάθησε τουλάχιστον η Αλάνα να με πλησιάσει; Η Μουαραίν δεν θα τρόμαζε τόσο εύκολα.
Πού είναι όλοι οι νεκροί; ψιθύρισε ο Λουζ Θέριν. Γιατί δεν μένουν βουβοί;
Ο Ραντ χαχάνισε βλοσυρά. Σίγουρα το είχε πει για αστειάκι.
Η Σούλιν καθόταν με άνεση στα καλάμια της στη μία πλευρά του βάθρου του θρόνου, ενώ στην άλλη βρισκόταν ο κοκκινομάλλης Ούριεν. Σήμερα υπήρχαν είκοσι Άεθαν Ντορ, Κόκκινες Ασπίδες, που περίμεναν ανάμεσα στις κολόνες μαζί με τις Κόρες, και μερικοί φορούσαν το κόκκινο κεφαλομάντιλο. Στέκονταν όρθιοι ή γονατιστοί ή κάθονταν, κάποιοι μιλούσαν χαμηλόφωνα, αλλά, όπως συνήθως, έδειχναν έτοιμοι να αναλάβουν δράση αυτοστιγμεί, ακόμα κι η Κόρη κι οι δύο Κόκκινες Ασπίδες που έπαιζαν ζάρια. Ανά πάσα στιγμή υπήρχε τουλάχιστον ένα ζευγάρι μάτια που πρόσεχαν τον Νόρυ· ελάχιστοι Αελίτες εμπιστεύονταν έναν υδρόβιο τόσο κοντά στον Ραντ.
Ξαφνικά ο Μπασίρε εμφανίστηκε στην ψηλή πόρτα της Αίθουσας. Όταν ένευσε, ο Ραντ ανακάθισε. Επιτέλους. Επιτέλους, που να καούν. Η πρασινόλευκη φούντα ανέμισε, καθώς ο Ραντ χειρονομούσε με τη Σωντσανή λόγχη που πάνω της ήταν σκαλισμένος ένας δράκοντας. «Έκανες καλή δουλειά, Αφέντη Νόρυ. Η αναφορά σου ήταν πλήρης. Θα φροντίσω να πάρεις το χρυσάφι που χρειάζεσαι. Αλλά συγχώρεσέ με που πρέπει να ασχοληθώ τώρα με άλλα ζητήματα».
Ο άλλος δεν έδειξε ούτε περιέργεια ούτε να πληγώνεται που ο Ραντ τον είχε διακόψει τόσο απότομα. Απλώς σταμάτησε να μιλάει πριν τελειώσει τη λέξη του, υποκλίθηκε λέγοντας «Όπως προστάζει ο Άρχοντας Δράκοντας» με τον ίδιο ξερό τόνο κι έκανε τρία βήματα προς τα πίσω πριν γυρίσει. Δεν έριξε ούτε μια ματιά στον Μπασίρε προσπερνώντας τον. Τίποτα δεν ήταν πραγματικό εκτός από τα κατάστιχα.