Выбрать главу

Ο Ραντ ένευσε ανυπόμονα στον Μπασίρε κι ανακάθισε με την πλάτη ορθή και μουδιασμένη στο θρόνο. Οι Αελίτες έμειναν σιωπηλοί. Έτσι φάνταζαν δυο φορές πιο έτοιμοι.

Όταν μπήκε μέσα ο Σαλδαίος, δεν ήρθε μόνος. Τον ακολουθούσαν από κοντά δύο άνδρες και δύο γυναίκες, κανείς νεαρής ηλικίας, που φορούσαν πλούσια μεταξωτά μπροκάρ υφάσματα. Προσπάθησαν να κάνουν ότι ο Μπασίρε δεν υπήρχε, και σχεδόν το κατάφεραν, μα οι Αελίτες που παρατηρούσαν ανάμεσα από τις κολόνες ήταν άλλο ένα ζήτημα. Η χρυσομάλλα Ντυέλιν παραπάτησε μόνο για ένα βήμα, αλλά ο Αμπέλε κι ο Λούαν, γκριζομάλληδες και σκληροπρόσωποι, κοίταξαν κατσουφιάζοντας τις ντυμένες με το καντιν’σόρ μορφές κι έψαξαν ενστικτωδώς τα σπαθιά που δεν έφεραν σήμερα, ενώ η Ελόριεν, μια παχουλή μελαχρινή που θα ήταν όμορφη, αν το πρόσωπό της δεν ήταν τόσο τραχύ κι αποφασισμένο, ακινητοποιήθηκε επιτόπου και τους αγριοκοίταξε πριν συνέρθει και προλάβει τους άλλους με έναν γοργό διασκελισμό. Όταν πρωτοείδαν τον Ραντ, έμειναν άναυδοι, όλοι τους. Αντάλλαξαν γοργές απορημένες ματιές μεταξύ τους. Ίσως τον περίμεναν μεγαλύτερο.

«Άρχοντα Δράκοντα», είπε ο Μπασίρε με δυνατή φωνή, σταματώντας μπροστά στο βάθρο, «Άρχοντα του Πρωινού, Πρίγκιπα της Αυγής, Αληθινέ Υπερασπιστή του Φωτός, που μπροστά σου ο κόσμος γονατίζει με δέος, σου παρουσιάζω την Αρχόντισσα Ντυέλιν του Οίκου Τάραβιν, τον Άρχοντα Αμπέλε του Οίκου Πένταρ, την Αρχόντισσα Ελόριεν του Οίκου Τρεμέιν, και τον Άρχοντα Πέλιβαρ του Οίκου Κήλαν».

Οι τέσσερις Αντορινοί τότε κοίταξαν τον Μπασίρε με τα χείλη σφιγμένα, ρίχνοντας του κοφτές, λοξές ματιές. Ο τόνος του είχε κάτι που τον έκανε να ηχεί σαν να έδινε στον Ραντ τέσσερα άλογα. Αν έλεγες ότι πήραν αγέρωχο ύφος, θα ήταν σαν να λες ότι το νερό έγινε νερό, όμως αυτό φάνηκε να γίνεται καθώς κοίταζαν τον Ραντ. Κυρίως τον Ραντ. Τα βλέμματά τους αθέλητα στρέφονταν στο Θρόνο του Λιονταριού που άστραφτε και λαμπύριζε στην εξέδρα πάνω από το κεφάλι του Ραντ.

Του ήρθε να γελάσει με τα εξοργισμένα πρόσωπά τους. Εξοργισμένα αλλά κι επιφυλακτικά επίσης, κι ίσως λιγάκι εντυπωσιασμένα χωρίς να το θέλουν. Τη λίστα με τα αξιώματα την είχαν σχεδιάσει ο Μπασίρε κι ο Ραντ από κοινού, όμως το μέρος που ανέφερε τον κόσμο που γονατίζει ήταν καινούριο, μια προσθήκη του Μπασίρε. Η Μουαραίν, όμως, ήταν εκείνη που του είχε δώσει τη συμβουλή. Σχεδόν άκουγε ξανά τη μεταξένια φωνή της. Αυτό που θα χαράξουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι είναι το πώς θα σε πρωτοδούν. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Μπορεί να κατέβεις από το θρόνο, κι ακόμα κι αν φέρεσαι μετά σαν χωριάτης σε χοιροστάσιο, ένα κομμάτι του καθενός τους θα θυμάται ότι κατέβηκες από το θρόνο. Αλλά αν δουν μονάχα έναν νεαρό στην αρχή, ένα χωριατόπουλο, πάντα θα τον αντιπαθούν όταν μετά ανέβει στο θρόνο, ακόμα κι αν έχει δίκιο, ακόμα κι αν έχει την εξουσία. Ε, λοιπόν, αν μπορούσε να διευκολύνει την κατάσταση με έναν-δύο τίτλους, τότε όλα θα ήταν πολύ πιο εύκολα.

Ήμουν ο Άρχοντας του Πρωινού, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Είμαι ο Πρίγκιπας της Αυγής.

Ο Ραντ διατήρησε την ήρεμη έκφραση του. «Δεν θα σας καλωσορίσω —είναι δική σας η γη, είναι της βασίλισσας σας το παλάτι— αλλά χαίρομαι που δεχθήκατε την πρόσκληση μου». Ύστερα από πέντε μέρες και με προειδοποίηση μόνο πέντε ωρών, αλλά αυτό δεν το ανέφερε. Σηκώθηκε, ακούμπησε το Σκήπτρο του Δράκοντα στο θρόνο, και κατέβηκε γοργά από το βάθρο. Μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο -Ποτέ μην γίνεσαι επιθετικός, παρά μόνο όταν πρέπει, είχε πει η Μουαραίν, αλλά πάνω απ’ όλα μην γίνεσαι ποτέ υπέρμετρα φιλικός. Ποτέ μη δείχνεις ανυπομονησία.— έδειξε πέντε άνετες καρέκλες με μαξιλαράκια κι επένδυση στις πλάτες, τοποθετημένες σε κύκλο ανάμεσα στις κολόνες. «Ελάτε μαζί μου. Θα μιλήσουμε και θα πιούμε δροσερό κρασί».

Τον ακολούθησαν, φυσικά, κοιτώντας τους Αελίτες και τον ίδιο με ίση περιέργεια, κι ίσως με ίση εχθρικότητα, χωρίς να μπορούν να κρύψουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Όταν κάθισαν όλοι, εμφανίστηκαν οι γκαϊ’σάιν, σιωπηλοί καθώς φορούσαν τους λευκούς χιτώνες με τις κουκούλες, φέρνοντας κρασί και χρυσά ποτήρια που από το κρύο είχαν κιόλας γεμίσει δροσιά. Πίσω από κάθε καρέκλα στεκόταν ένας γκαϊ’σάιν με πουπουλένια βεντάλια που την ανέμιζε μαλακά. Πίσω από όλες εκτός από του Ραντ. Το πρόσεξαν αυτό, πρόσεξαν ότι το πρόσωπό του δεν ίδρωνε. Αλλά ούτε οι γκαϊ’σάιν ίδρωναν, ακόμα και με τους χιτώνες τους, ούτε οι υπόλοιποι Αελίτες. Πάνω από τα χείλη του ποτηριού του, κοίταξε τα πρόσωπα των ευγενών.