«Η Ηλαίην είναι η Κόρη-Διάδοχος», είπε η χρυσομάλλα γυναίκα ήρεμα. «Εγώ υποστηρίζω την Ηλαίην».
«Τι σημασία έχει ποια υποστηρίζουμε;» ζήτησε να μάθει ο Αμπέλε. «Αν σκότωσε τη Μοργκέις, θα σκοτώσει και—» Ο Αμπέλε σταμάτησε να μιλά κι έκανε μια γκριμάτσα, κι ύστερα κοίταξε τον Ραντ, όχι προκλητικά, αλλά σίγουρα προσκαλώντας τον να του επιτεθεί. Κι αυτό περίμενε.
«Στ’ αλήθεια πιστεύεις αυτό που λες;» Ο Ραντ έριξε μια λυπημένη ματιά στο Θρόνο του Λιονταριού πάνω στην εξέδρα. «Μα το Φως, γιατί να σκοτώσω τη Μοργκέις μόνο και μόνο για να τον παραδώσω στα χέρια της Ηλαίην;»
«Λίγοι ξέρουν τι να πιστέψουν», έκανε παγωμένα η Ελόριεν. Ακόμα τα μάγουλά της ήταν ροδισμένα. «Ο κόσμος λέει πολλά πράγματα και τα περισσότερα είναι ανοησίες».
«Όπως;» Απηύθυνε την ερώτηση σ’ αυτήν, αλλά του απάντησε η Ντυέλιν, κοιτώντας τον κατάματα.
«Ότι θα δώσεις την Τελευταία Μάχη και θα σκοτώσεις τον Σκοτεινό. Ότι είσαι ένας ψεύτικος Δράκοντας, ή μαριονέτα των Άες Σεντάι, ή και τα δύο. Ότι είσαι νόθος γιος της Μοργκέις ή Δακρυνός Υψηλός Άρχοντας ή Αελίτης». Έσμιξε πάλι τα φρύδια για μια στιγμή, μα δεν σταμάτησε. «Ότι είσαι ο γιος μιας Άες Σεντάι και του Σκοτεινού. Ότι είσαι ο Σκοτεινός, ή, αλλιώς, ο Δημιουργός ντυμένος σάρκα. Ότι θα καταστρέψεις τον κόσμο, θα τον σώσεις, θα τον υποτάξεις, θα φέρεις μια καινούρια Εποχή. Όσα στόματα, τόσες ιστορίες. Οι περισσότεροι λένε ότι σκότωσες τη Μοργκέις. Πολλοί προσθέτουν ότι σκότωσες και την Ηλαίην, Λένε ότι η διακήρυξη είναι μια μάσκα για να καλύψεις τα εγκλήματά σου».
Ο Ραντ αναστέναξε. Κάποια απ’ αυτά τα παραμύθια ήταν χειρότερα από ό,τι άλλο είχε ακούσει. «Δεν θα ρωτήσω τι πιστεύεις». Γιατί, άραγε, τον κοίταζε συνεχώς, σμίγοντας τα φρύδια; Δεν ήταν η μόνη. Το ίδιο έκανε κι ο Λούαν, κι επίσης ο Αμπέλε κι η Ελόριεν του έριχναν φευγαλέες ματιές, όπως είχε συνηθίσει να τον κοιτάζουν η Αρυμίλα κι η παρέα της όταν νόμιζαν ότι δεν τους έβλεπε. Παρακολουθούν. Παρακολουθούν. Ήταν ο Λουζ Θέριν αυτός, ένας τραχύς, χαχανιστός ψίθυρος. Σε βλέπω. Ποιος βλέπει εμένα; «Ρωτώ αντί γι’ αυτό, θα βοηθήσεις να ξαναενώσουμε το Άντορ; Δεν θέλω το Άντορ να γίνει άλλη μια Καιρχίν ή, ακόμα χειρότερα, ένα Τάραμπον ή ένα Άραντ Ντόμαν».
«Κάτι ξέρω από τον Κύκλο της Κάρεδον», είπε ο Αμπέλε. «Πιστεύω πως είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας, αλλά τίποτα εκεί δεν λέει ότι κυβερνάς, μόνο ότι μάχεσαι τον Σκοτεινό στην Τάρμον Γκάι’ντον».
Το χέρι του Ραντ έσφιξε τόσο δυνατά το ποτήρι, που η σκοτεινή επιφάνεια του κρασιού τρεμούλιασε. Πόσο πιο εύκολο θα ήταν αν αυτοί οι τέσσερις ήταν σαν τους περισσότερους Δακρυνούς Υψηλούς Άρχοντες ή σαν τους Καιρχινούς· μα κανείς τους δεν ήθελε ούτε μια στάλα περισσότερη εξουσία απ’ όση ήδη είχε. Μ’ όποιον τρόπο κι αν είχε παγώσει το κρασί, ο Ραντ αμφέβαλλε αν η Μία Δύναμη μπορούσε να τους εκφοβίσει. Πιθανότατα θα μου έλεγαν να τους σκοτώσω και να πάω να καώ!
Άντε κάψου, επανέλαβε κακόκεφα ο Λουζ Θέριν.
«Πόσες φορές πρέπει να πω ότι δεν θέλω να κυβερνήσω το Άντορ; Όταν η Ηλαίην καθίσει στο Θρόνο του Λιονταριού, θα φύγω από το Άντορ. Κι αν περνά από το χέρι μου, δεν θα ξαναγυρίσω».
«Αν ο θρόνος ανήκει σε όλους», είπε η Ελόριεν με σφιγμένη φωνή, «τότε ανήκει στην Ντυέλιν. Αν τα εννοείς αυτά που λες, φρόντισε να φορέσει αυτή το στέμμα και φύγε. Τότε το Άντορ θα είναι ενωμένο κι είμαι βέβαιη ότι οι Αντορινοί στρατιώτες θα σε ακολουθήσουν στην Τελευταία Μάχη, αν χρειαστεί».
«Και πάλι αρνούμαι», απάντησε η Ντυέλιν με δυνατή φωνή και στράφηκε στον Ραντ. «Θα περιμένω και θα το συλλογιστώ, Άρχοντα Δράκοντα. Όταν δω την Ηλαίην ζωντανή κι εστεμμένη, κι εσένα να φεύγεις από το Άντορ, τότε θα στείλω τους στρατιώτες μου να σε ακολουθήσουν, είτε με μιμηθούν οι άλλοι στο Άντορ είτε όχι. Αλλά περάσει καιρός και συνεχίσεις να κυβερνάς εδώ, αν οι Αελίτες άγριοί σου κάνουν εδώ αυτά που άκουσα ότι έκαναν στην Καιρχίν και στο Δάκρυ» —κοίταξε βλοσυρά τις Κόρες και τις Κόκκινες Ασπίδες, και τους γκαϊ’σάιν επίσης, λες και τους έβλεπε να λεηλατούν και να καίνε— «ή αν αφήσεις λυτούς εδώ τους... άνδρες που συγκεντρώνεις με την αμνησία, τότε θα σταθώ εναντίον σου, είτε με μιμηθούν οι άλλοι στο Άντορ είτε όχι».
«Κι εγώ θα είμαι στο πλάι σου», είπε σταθερά ο Λούαν.
«Κι εγώ επίσης», είπε η Ελόριεν, με τον Αμπέλε να το επαναλαμβάνει.
Ο Ραντ έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε άθελά του, με ευθυμία ανάμικτη με σύγχυση. Φως μου! Κι εγώ που νόμιζα ότι η ειλικρινής διαφωνία θα ήταν προτιμότερη από το να μηχανορραφούν πίσω από την πλάτη μου και να μου γλείφουν τις μπότες!