Выбрать главу

Τον κοίταξαν ανήσυχα, ενώ σίγουρα σκέφτονταν ότι ήταν η εκδήλωση της τρέλα του. Μπορεί και να ήταν. Δεν ήταν πια σίγουρος ούτε κι ο ίδιος.

«Συλλογιστείτε ό,τι θέλετε», τους είπε, καθώς σηκωνόταν για να δώσει τέλος στην ακρόαση. «Αυτά που είπα τα εννοούσα. Αλλά συλλογιστείτε κάτι ακόμα. Η Τάρμον Γκάι’ντον πλησιάζει. Δεν ξέρω πόσο χρόνο έχετε για συλλογισμούς».

Τον αποχαιρέτησαν —γέρνοντας προσεκτικά το κεφάλι, όπως μεταξύ ίσων, αν και λιγάκι πιο βαθιά απ’ όσο όταν είχαν φτάσει— αλλά καθώς γυρνούσαν για να φύγουν, ο Ραντ έπιασε το μανίκι της Ντυέλιν. «Έχω να σου κάνω μια ερώτηση». Οι άλλοι κοντοστάθηκαν, έκαναν ν ξαναγυρίσουν. «Μια προσωπική ερώτηση». Μετά από μια στιγμή, εκείνη ένευσε, κι οι σύντροφοί της πήγαν λίγο πιο πέρα στην αίθουσα του θρόνου. Τους παρακολουθούσαν προσεκτικά, αλλά ήταν μακριά και δεν άκουγαν. «Με κοίταζες... παράξενα», της είπε. Κι εσύ κι όλοι οι ευγενείς που συνάντησα στο Κάεμλυν. Ή, τουλάχιστον, όλοι οι Αντορινοί ευγενείς. «Γιατί;»

Η Ντυέλιν τον περιεργάστηκε και στο τέλος ένευσε ελαφρά, σαν να απαντούσε στον εαυτό της. «Ποιο είναι το όνομα της μητέρας σου;»

Ο Ραντ βλεφάρισε. «Της μητέρας μου;» Η Κάρι αλ’Θόρ ήταν η μητέρα του. Έτσι τη σκεφτόταν· τον είχε μεγαλώσει από μωρό μέχρι το θάνατό της. Αλλά αποφάσισε να της πει την ψυχρή αλήθεια που είχε μάθει στην Ερημιά. «Το όνομα της μητέρας μου ήταν Σάελ. Ήταν Κόρη της Λόγχης. Πατέρας μου ήταν ο Τζάντουιν, ο αρχηγός φατρίας του Τάαρνταντ Άελ». Τα φρύδια της υψώθηκαν με αμφιβολία. «Το ορκίζομαι, δίνω ό,τι όρκο θέλεις. Τι σχέση έχει με αυτό που θέλω να μάθω; Κι οι δύο είναι νεκροί εδώ και καιρό».

Το πρόσωπό της έδειξε ανακούφιση. «Φαίνεται πως πρόκειται για μια τυχαία ομοιότητα· τίποτα άλλο. Δεν θέλω να πω ότι δεν ξέρεις τους γονείς σου, αλλά έχεις τη δύση του Άντορ στη γλώσσα σου».

«Ομοιότητα; Μεγάλωσα στους Δύο Ποταμούς, όμως οι γονείς μου ήταν αυτοί που είπα. Με ποιον μοιάζω που με κοιτάζεις έτσι;»

Εκείνη δίστασε πρώτα, μετά αναστέναξε. «Δεν φαντάζομαι να ’χει σημασία. Κάποτε θα πρέπει να μου πεις πώς γίνεται να έχεις Αελίτες γονείς, αλλά να έχεις ανατραφεί στο Άντορ. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, και περισσότερα πια, η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ χάθηκε μέσα στη νύχτα. Το όνομά της ήταν Τιγκραίν. Αφησε πίσω τον σύζυγό της που λεγόταν Τάρινγκεηλ, κι ένα γιο, τον Γκάλαντ. Ξέρω ότι είναι μόνο από τύχη, μα βλέπω την Τιγκραίν στο πρόσωπό σου. Ήταν ένα σοκ για μένα».

Ο Ραντ ένιωσε κι αυτός ένα σοκ. Ένιωσε μια παγωνιά. Θραύσματα της ιστορίας που του είπαν οι Σοφές στροβιλίστηκαν στο μυαλό του... μια νεαρή χρυσομάλλα υδρόβια, ντυμένη στα μετάξια... ένας γιος τον οποίο αγαπούσε· ένας σύζυγος, που δεν τον αγαπούσε... Το όνομα που πήρε ήταν Σάελ. Δεν είπε ποτέ άλλο όνομα... Έχεις κάτι απ’ αυτήν στα χαρακτηριστικά σου. «Πώς εξαφανίστηκε η Τιγκραίν; Με ενδιαφέρει η ιστορία του Άντορ».

«Να χαρείς, μη την αποκαλείς ιστορία, Άρχοντα Δράκοντα. Ήμουν κοριτσόπουλο όταν έγινε, όμως μεγαλύτερη από παιδί, και βρισκόμουν συχνά εδώ στο Παλάτι. Ένα πρωινό η Τιγκραίν είχε χαθεί από το Παλάτι χωρίς να πάρει κανείς είδηση πώς, και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Μερικοί ισχυρίζονταν ότι είχε βάλει το χεράκι του ο Τάρινγκεηλ, μα εκείνος σχεδόν είχε τρελαθεί από τη λύπη του. Ο Τάρινγκεηλ Ντέημοντρεντ πάνω απ’ όλα στον κόσμο ήθελε να δει την κόρη του Βασίλισσα του Αντορ και το γιο του Βασιλιά της Καιρχίν. Ο Τάρινγκεηλ ήταν Καιρχινός. Ο γάμος τους είχε σκοπό να δώσει τέλους στους πολέμους με την Καιρχίν, κι έτσι έγινε, αλλά όμως η εξαφάνιση της Τιγκραίν τους έκανε να σκεφτούν ότι το Αντορ ήθελε να σπάσει τη συμφωνία, κι έτσι έπιασαν τις μηχανορραφίες, όπως συνηθίζουν οι Καιρχινοί, οι οποίες κατέληξαν στην Περηφάνια του Λάμαν. Και φυσικά εσύ ξέρεις πού κατέληξε αυτό», πρόσθεσε ξερά. «Ο πατέρας μου είπε ότι το πραγματικό σφάλμα ήταν της Γκιτάρα Σεντάι».

«Γκιτάρα;» Ήταν θαύμα που η φωνή του δεν είχε βγει πνιχτή. Είχε ακούσει το όνομα, πολλές φορές. Μια Άες Σεντάι ονόματι Γκιτάρα Μορόζο, μια γυναίκα που είχε την Πρόβλεψη, είχε ανακοινώσει ότι ο Δράκοντας είχε Αναγεννηθεί στις πλαγιές του Όρους του Δράκοντα, κι έτσι είχε κάνει τη Μουαραίν και τη Σιουάν να αρχίσουν τη μακρά ερευνά τους. Η Γκιτάρα Μορόζο, χρόνια πριν γίνει αυτό, είχε πει στη «Σάελ» ότι αν δεν το έφευγε χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, για να πάει στην Ερημιά και να γίνει Κόρη της Λόγχης, θα έπεφτε όλεθρος στο Αντορ και στον κόσμο.

Η Ντυέλιν ένευσε, κάπως ανυπόμονα. «Η Γκιτάρα ήταν σύμβουλος της Βασίλισσας Μοντρελίν», είπε ζωηρά, «αλλά περνούσε περισσότερο καιρό με την Τιγκραίν και τον Λουκ, τον αδελφό της Τιγκραίν, παρά με τη Βασίλισσα. Όταν ο Λουκ πήρε το άλογο κι έφυγε για τα βόρεια, για να μην ξαναγυρίσει ποτέ, ψιθυριζόταν ότι η Γκιτάρα τον είχε πείσει πως θα έβρισκε τη φήμη του ή τη μοίρα του στη Μάστιγα. Αλλοι έλεγαν ότι θα έβρισκε εκεί τον Αναγεννημένο Δράκοντα ή ότι η Τελευταία Μάχη εξαρτιόταν από το αν θα πήγαινε εκεί ο Λουκ. Αυτό έγινε περίπου ένα χρόνο πριν εξαφανιστεί η Τιγκραίν. Αν ρωτάς εμένα, αμφιβάλλω αν η Γκιτάρα είχε ανάμιξη σ’ αυτό ή στην αναχώρηση του Λουκ. Έμεινε σύμβουλος της Βασίλισσας μέχρι το θάνατο της Μοντρελίν. Η οποία πέθανε από ραγισμένη καρδιά, που μετά τον Λουκ έφυγε κι η Τιγκραίν, απ’ ό,τι λένε τουλάχιστον. Κι αυτό έδωσε το έναυσμα για τη Διαδοχή, φυσικά». Κοίταξε τους άλλους, που έσερναν τα πόδια κι έσμιγαν τα φρύδια με καχυποψία κι αδημονία, αλλά δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να προσθέσει κάτι ακόμα. «Θα έβρισκες ένα διαφορετικό Αντορ χωρίς αυτό. Η Τιγκραίν θα ήταν βασίλισσα, η Μοργκέις απλώς Υψηλή Έδρα του Οίκου Τράκαντ, η δε Ηλαίην ούτε καν θα είχε γεννηθεί. Η Μοργκέις παντρεύτηκε τον Τάρινγκεηλ μόνο όταν ανέβηκε στο θρόνο, ξέρεις. Ποιος ξέρει τι άλλο θα είχε αλλάξει;»