Выбрать главу

Κοιτώντας την να πλησιάζει τους άλλους και να φεύγουν, ο Ραντ σκέφτηκε ένα πράγμα που θα είχε αλλάξει. Δεν θα βρισκόταν στο Άντορ, επειδή δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ. Όλα ξαναγυρνούσαν στο ίδιο αρχικό σημείο, με ατέλειωτους κύκλους. Η Τιγκραίν πήγε κρυφά στην Ερημιά, κάτι που έκανε τον Λάμαν Ντέημοντρεντ να κόψει το Αβεντοραλντέρα, το δώρο των Αελιτών, για να φτιάξει ένα θρόνο, μια πράξη που είχε κάνει τους Αελίτες να περάσουν τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου για να τον σκοτώσουν —αυτός ήταν ο μόνος στόχος τους, αν και τα έθνη το είχαν ονομάσει Πόλεμο των Αελιτών— και μαζί με τους Αελίτες είχε έρθει μια Κόρη ονόματι Σάελ, η οποία είχε πεθάνει πάνω στη γέννα. Τόσες ζωές είχαν αλλάξει, τόσες ζωές είχαν χαθεί, για να τον γεννήσει την κατάλληλη στιγμή και στο κατάλληλο μέρος και να πεθάνει πάνω στη γέννα. Η Κάρι αλ’Θόρ ήταν η μητέρα που θυμόταν, έστω κι αμυδρά, όμως ευχόταν να είχε γνωρίσει έστω και για λίγο την Τιγκραίν ή τη Σάελ ή όπως κι αν ήθελε να τη λένε. Μόνο να την είχε δει μια φορά.

Μάταιες ονειροπολήσεις. Είχε πεθάνει πριν από τόσον καιρό. Όλα αυτά είχαν τελειώσει. Τότε γιατί τον ενοχλούσαν ακόμα;

Ο Τροχός του Χρόνου κι ο τροχός της ζωής ενός ανθρώπου γυρνούν με όμοιο τρόπο δίχως οίκτο κι έλεος, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν.

Είσαι στ’ αλήθεια εκεί; σκέφτηκε ο Ραντ. Αν υπάρχει κάτι παραπάνω από μια φωνή και μερικές παλιές αναμνήσεις, απάντησε μου! Είσαι εκεί; Σιωπή. Δεν θα έλεγε όχι τώρα στις συμβουλές της Μουαραίν ή κάποιου, τέλος πάντων.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι το βλέμμα του είχε στραφεί στον λευκό μαρμάρινο τοίχο της Μεγάλης Αίθουσας, ότι κοίταζε βορειοδυτικά. Προς την Αλάνα. Ήταν μακριά από το Κυνηγόσκυλο του Κουλαίν. Όχι! Που να καεί! Δεν θα αντικαθιστούσε τη Μουαραίν με μια γυναίκα που του είχε στήσει ενέδρα με τέτοιο τρόπο. Δεν μπορούσε να εμπιστεύεται καμία γυναίκα που την είχε αγγίξει ο Πύργος. Με εξαίρεση τρεις. Την Ηλαίην, τη Νυνάβε και την Εγκουέν. Ευχήθηκε να μπορούσε να τις εμπιστευτεί. Έστω και λίγο.

Για κάποιο λόγο, ύψωσε το βλέμμα στο μεγάλο θολωτό ταβάνι με τα χρωματιστά παράθυρα που απεικόνιζαν μάχες και βασίλισσες εναλλάξ με το Λευκό Λιοντάρι. Αυτές οι γυναίκες, που ήταν ζωγραφισμένες σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, έμοιαζαν να τον κοιτάνε αποδοκιμαστικά και να αναρωτιούνται τι γύρευε εκεί. Ήταν φυσικά η φαντασία του, μα γιατί; Επειδή είχε μάθει για την Τιγκραίν; Φαντασία ή τρέλα;

«Ήρθε κάποιος που νομίζω πως πρέπει να τον δεις», είπε ο Μπασίρε από δίπλα του κι ο Ραντ πήρε απότομα το βλέμμα από τις γυναίκες εκεί ψηλά. Στ’ αλήθεια τούς ανταπέδιδε ένα άγριο βλέμμα; Ο Μπασίρε είχε μαζί του έναν από τους ιππείς του, ένα παλικάρι ψηλότερό του —αυτό δεν ήταν δύσκολο για τους περισσότερους— με μελαχρινό γένι και μουστάκια, και πράσινα γερτά μάτια.

«Όχι, εκτός αν είναι η Ηλαίην», είπε ο Ραντ, πιο τραχιά απ’ όσο ήθελε, «ή κάποιος με την απόδειξη ότι ο Σκοτεινός είναι νεκρός. Θα πάω στην Καιρχίν τώρα το πρωί». Δεν είχε τέτοια πρόθεση πριν ξεστομίσει αυτές τις λέξεις. Εκεί ήταν η Εγκουέν. Και δεν θα είχε τις βασίλισσες από πάνω του. «Έχουν περάσει βδομάδες από την τελευταία φορά που βρέθηκα εκεί. Αν δεν έχω το νου μου, θα βρεθεί κάποιος άρχοντας ή κάποια αρχόντισσα να διεκδικήσει το Θρόνο του Ήλιου πίσω από την πλάτη μου». Ο Μπασίρε τον κοίταξε παράξενα. Έδινε πολλές εξηγήσεις.

«Όπως ορίζεις, αλλά πρώτα χρειάζεται να δεις αυτόν τον άνθρωπο. Λέει ότι έρχεται από τον Άρχοντα Μπρεντ, και νομίζω πως λέει την αλήθεια». Οι Αελίτες σηκώθηκαν όρθιοι την ίδια στιγμή· ήξεραν ποιος χρησιμοποιούσε αυτό το όνομα.

Όσο για τον Ραντ, αυτός έμεινε να κοιτάζει έκπληκτος τον Μπασίρε. Το τελευταίο πράγμα που περίμενε ήταν ένας απεσταλμένος του Σαμαήλ. «Φέρε τον μέσα».