«Χάμαντ», είπε ο Μπασίρε με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού, κι ο νεαρός Σαλδαίος έφυγε σιγοτρέχοντας.
Ύστερα από μερικά λεπτά, ο Χάμαντ επέστρεψε με μια ομάδα Σαλδαίων που φρουρούσαν επιφυλακτικά έναν άνδρα ανάμεσά τους. Εκ πρώτης όψεως, τίποτα σ’ αυτόν τον άνθρωπο δεν δικαιολογούσε την προσοχή τους. Φαινόταν άοπλος, φορούσε ένα μακρύ γκρίζο σακάκι με σηκωμένο το γιακά, κι είχε γενειάδα και μουστάκι, και τα δύο σύμφωνα με τη μόδα των Ιλιανών. Είχε κοντόχοντρη μύτη και πλατύ, χαμογελαστό στόμα. Καθώς, όμως, πλησίαζε τον Ραντ, αυτός πρόσεξε ότι το χαμόγελο δεν άλλαζε στο παραμικρό. Ολόκληρο το πρόσωπό του έμοιαζε να έχει παγώσει σ’ αυτή τη φαιδρή έκφραση. Σε αντίθεση, τα μαύρα μάτια του κοίταζαν μέσα από τη μάσκα όλο φόβο.
Στα δέκα βήματα, ο Μπασίρε σήκωσε το χέρι κι η φρουρά σταμάτησε. Ο Ιλιανός, που κοίταζε τον Ραντ, δεν φάνηκε να το προσέχει παρά μόνο όταν ο Χάμαντ έφερε τη μύτη του σπαθιού του στο στήθος του άλλου, έτσι ώστε ή να σταματήσει ή να καρφωθεί στο σπαθί. Έριξε μόνο μια ματιά στην ελαφρώς οφιοειδή λεπίδα και μετά συνέχισε να κοιτάζει τον Ραντ με τα έντρομα μάτια στο χαμογελαστό πρόσωπο. Τα χέρια του κρέμονταν στο πλάι και συσπώνταν νευρικά, αντίθετα από το παγωμένο πρόσωπό του.
Ο Ραντ έκανε να πλησιάσει, όμως ξαφνικά η Σούλιν κι ο Ούριεν βρέθηκαν μπροστά του, όχι ακριβώς φράζοντάς του το δρόμο, αλλά σε θέση που έπρεπε να τους σπρώξει για να περάσει ανάμεσά τους.
«Αναρωτιέμαι τι του έκαναν», είπε η Σούλιν, καθώς περιεργαζόταν τον Ιλιανό. Κάποιοι Αελίτες, τόσο Κόρες όσο και Κόκκινες Ασπίδες, είχαν βγει από τις κολόνες, μερικοί μάλιστα φορώντας το πέπλο τους. «Αν δεν είναι Σκιογέννητος, τότε τον έχει αγγίξει η Σκιά».
«Ένας τέτοιος μπορεί να κάνει πράγματα που δεν ξέρουμε», είπε ο Ούριεν. Ήταν ένας από εκείνους που φορούσαν το πορφυρό πανί γύρω από τους κροτάφους τους. «Να σκοτώσει μ’ ένα άγγιγμα, ίσως. Ωραίο μήνυμα για τον εχθρό σου».
Κανείς από τους δυο τους δεν κοίταξε κατευθείαν τον Ραντ, όμως εκείνος ένευσε. Ίσως να είχαν δίκιο. «Πώς σε λένε;» ρώτησε. Η Σούλιν κι ο Ούριεν έκαναν καθένας ένα βήμα στο πλάι όταν κατάλαβαν ότι ο Ραντ δεν θα προχωρούσε άλλο.
«Έρχομαι από... από τον Σαμαήλ», είπε μουδιασμένα ο άνθρωπος μέσα από κείνο το χαμόγελο. «Φέρνω μήνυμα για... για τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Για σένα».
Αυτό ήταν αρκετά ευθύ. Ήταν, άραγε, Σκοτεινόφιλος ή απλώς κάποια καημένη ψυχή, που ο Σαμαήλ είχε παγιδεύσει με μια από κείνες τις φρικτές υφάνσεις, για τις οποίες του είχε μιλήσει ο Ασμόντιαν; «Τι μήνυμα;» είπε ο Ραντ.
Το στόμα του Ιλιανού ανοιγόκλεισε, δυσκολεύτηκε. Η φωνή που βγήκε δεν είχε καμία ομοιότητα με εκείνη που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως. Ήταν πιο βαθιά, όλο αυτοπεποίθηση, με αλλιώτικη προφορά. «Θα σταθούμε σε διαφορετικές πλευρές, εγώ κι εσύ, όταν έρθει η μέρα της Επιστροφής του Μεγάλου Άρχοντα, αλλά γιατί να αλληλοσκοτωθούμε εδώ και τώρα και να αφήσουμε τον Ντεμάντρεντ και την Γκρένταλ να παλέψουν για τον κόσμο πάνω στα κόκαλά μας;» Ο Ραντ ήξερε αυτή τη φωνή, από ένα ψήγμα του Λουζ Θέριν που είχε κατακαθίσει στο μυαλό του. Η φωνή του Σαμαήλ. Ο Λουζ Θέριν γρύλισε χωρίς λέξεις. «Ήδη έχεις να χωνέψεις πολλά», συνέχισε ο Ιλιανός —ή, μάλλον, ο Σαμαήλ. «Γιατί να δαγκώσεις κι άλλα; Και θα δυσκολευτείς στο μάσημα, ακόμα κι αν δεν σου επιτεθούν από τα νώτα η Σέμιραγκ ή ο Ασμόντιαν όσο εσύ θα είσαι απασχολημένος. Προτείνω εκεχειρία μεταξύ μας, εκεχειρία μέχρι τη Μέρα της Επιστροφής. Αν δεν κινηθείς εναντίον μου, δεν θα κινηθώ κι εγώ εναντίον σου. Θα δεσμευτώ ότι δεν θα προχωρήσω ανατολικά πέρα από τις Πεδιάδες του Μαρέντο, ούτε βορειότερα του Λάγκαρντ στα ανατολικά και της Τζεχάνα στα δυτικά. Βλέπεις, σου αφήνω το μεγαλύτερο μοιράδι. Δεν λέω πως μιλώ εξ ονόματος των άλλων Εκλεκτών, αλλά ξέρεις ότι τουλάχιστον από μένα δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ούτε από τα εδάφη που είναι στην κατοχή μου. Δεσμεύομαι ότι δεν θα τους βοηθήσω σε ό,τι κι αν κάνουν εναντίον σου, κι ούτε θα τους βοηθήσω να αμυνθούν από σένα. Τα πήγες μια χαρά ως τώρα βγάζοντας Εκλεκτούς από τη μέση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα συνεχίσεις να τα πηγαίνεις μια χαρά, καλύτερα κι από πριν, γνωρίζοντας ότι η νότια πλευρά σου είναι ασφάλής κι ότι οι άλλοι πολεμούν δίχως τη δική μου αρωγή. Υποψιάζομαι ότι τη Μέρα της Επιστροφής θα είμαστε μόνο εγώ κι εσύ, όπως θα ’πρεπε. Όπως ήταν γραφτό». Τα δόντια του ανθρώπου έκλεισαν μ’ έναν ξερό κρότο, κρυμμένα πίσω από κείνο το παγωμένο χαμόγελο. Το βλέμμα του έμοιαζε να αγγίζει την τρέλα.
Ο Ραντ δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια από πάνω του. Εκεχειρία με τον Σαμαήλ; Ακόμα κι αν πίστευε ότι εκείνος ο άνθρωπος θα την τηρούσε, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα παραμέριζε προσωρινά έναν κίνδυνο μέχρι να αντιμετωπίσει όλους τους άλλους, σήμαινε επίσης ότι θα άφηνε αναρίθμητες χιλιάδες ανθρώπους στο έλεος του Σαμαήλ, μια ιδιότητα την οποία ο άλλος αγνοούσε. Ένιωσε οργή να κυλά στην επιφάνεια του Κενού και συνειδητοποιήσει ότι είχε αρπάξει το σαϊντίν. Ο χείμαρρος της πύρινης γλύκας και της παγωμένης ρυπαρότητας έμοιαζε να απηχεί το θυμό του. Ο Λουζ Θέριν. Ταίριαζε να έχει τρελαθεί μέσα στην τρέλα του. Η ηχώ δυνάμωσε με τη λύσσα του Ραντ, ώσπου δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μια από την άλλη.